Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Δίψα Θεού. Αντίδωρο για την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Διψά η ψυχή μου τον Κύριο.


Δίψα Θεού. Αντίδωρο για την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Διψά η ψυχή μου τον Κύριο.

«Έάν τις διψά ερχέσθω πρός με και πινέτω» (Ιωάν. 7, 37)
Τί  έχομε κάνει, Κύριε, για Σένα ή σε τι Σε ευχαριστήσαμε, ώστε να θέλεις, να είσαι μέσα μας και εμείς κοντά Σου;
Εμείς Σε σταυρώσαμε με τις αμαρτίες μας και Συ θέλεις να είμαστε μαζί Σου; Ω, πόσο μεγάλο έλεος έδειξες σ’ εμένα! σ’ εμένα, που μου αξίζει ο Άδης και τα βάσανά του, Εσύ δίνεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος
Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον ζητώ.
Πως να μη Σε ζητώ;
Συ με ζήτησες πρώτος και μου έδωσες να γευθώ την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος, και η ψυχή μου Σε αγάπησε έως τέλους.
Βλέπεις, Κύριε, τη λύπη και τα δάκρυά μου… Αν δεν με προσείλκυες με την αγάπη Σου, δεν θα Σε ζητούσα όπως Σε ζητώ. Αλλά το Πνεύμα Σου το Άγιο μου έδωσε το χάρισμα να Σε γνωρίσω και χαίρεται η ψυχή μου, γιατί Συ είσαι ο Θεός μου και ο Κύριος μου και Σε διψώ μέχρι δακρύων.
Ποθεί η ψυχή μου τον Θεό και Τον ζητώ, με δάκρυα.
Εύσπλαχνε Κύριε, Συ βλέπεις την πτώση μου και τη θλίψη μου. Ταπεινά όμως παρακαλώ το έλεός Σου: Χορήγησέ μου, του αμαρτωλού, την χάρη του Αγίου Σου Πνεύματος. Η θύμησή της οδηγεί το νου μου να ξαναβρεί την ευσπλαχνία Σου.
Κύριε, δώσε μου πνεύμα ταπεινώσεως, για να μη ξαναχάσω τη χάρη Σου και ξαναρχίσω να την θρηνώ, όπως θρηνούσε ο Αδάμ για τον παράδεισο και τον Θεό.
…Πολύ μας αγαπά ο Κύριος· αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα που μου έδωσε ο Κύριος κατά το μέγα έλεος Του.
…Το Πνεύμα του Χριστού, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι τον Θεό.
Ο Κύριος έδωσε στον ληστή τον παράδεισο· έτσι θα δώσει τον παράδεισο και σε κάθε αμαρτωλό. Εγώ ήμουν χειρότερος κι από ένα βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μου· σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρεση από τον Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρεση, αλλά και το Άγιο Πνεύμα, και έτσι, εν Πνεύματι Αγίω εγνώρισα τον Θεό.
Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, στ’ αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει αυτή την ευσπλαχνία Του;
Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ, πιστεύετε στο Θεό, πιστεύετε πώς υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για το Θεό σ’ όλες τις εκκλησίες μας και στην ψυχή μου.
Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Κι αυτή η αγάπη πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό.
Εν Πνεύματι Αγίω όλοι οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούγουν τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στον Θεό.
Ο Κύριος είναι ελεήμων, αυτό το ξέρει η ψυχή μου, μα δεν μπορώ να το περιγράψω. Είναι στο έπακρον πράος και ταπεινός και όταν Τον δη η ψυχή, τότε αλλάζει και γεμίζει από αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον και γίνεται κι η ίδια πράη και ταπεινή. Μα αν χάση ο άνθρωπος αυτή τη χάρη, τότε θα κλαίει σαν τον Αδάμ μετά την έξωση του από τον παράδεισο. Οδυρόταν ο Αδάμ και όλη η έρημος άκουγε τους στεναγμούς του, τα δάκρυά του ήταν πικρά από την θλίψη και έκλαιγε για πολλά χρόνια.
Έτσι και η ψυχή που γνώρισε τη χάρη του Θεού και μετά την έχασε, πονά για τον Θεό και λέγει:
«Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον αναζητώ».
Είμαι μεγάλος αμαρτωλός, και όμως είδα την άμετρη αγάπη και το έλεος του Θεού για μένα.
Από τα παιδικά μου χρόνια προσευχόμουν για όσους με πρόσβαλλαν και έλεγα: «Κύριε, μη τους καταλογίζεις αμαρτίες για όσα μου κάνουν». Όμως, παρότι μου άρεσε να προσεύχομαι, δεν απόφυγα τις αμαρτίες. Ο Κύριος όμως δεν θυμήθηκε τις αμαρτίες μου και μου έδωσε αγάπη για τους ανθρώπους. Η ψυχή μου επιθυμεί να σωθεί όλη η οικουμένη, να εισέλθουν όλοι στη Βασιλεία των Ουρανών, να δουν την δόξα του Κυρίου και να απολαύσουν την αγάπη του Θεού.
Κρίνω από την δική μου εμπειρία: Αν ο Κύριος αγάπησε εμέ τόσο πολύ, αυτό σημαίνει πως αγαπά όλους τους αμαρτωλούς, όπως αγάπησε κι εμένα.
Ω, η αγάπη του Κυρίου! Δεν έχω δυνάμεις να την περιγράψω, γιατί είναι άπειρα μεγάλη και θαυμαστή.
Η χάρη του Θεού δίνει δύναμη για ν’ αγαπάς τον Αγαπημένο. Τότε η ψυχή έλκεται αδιάκοπα προς την προσευχή και δεν μπορεί να λησμονήσει τον Κύριο ούτε δευτερόλεπτο.
Φιλάνθρωπε Κύριε, πώς δεν ελησμόνησες τον αμαρτωλό δούλο Σου, αλλά γεμάτος έλεος με είδες από τη δόξα Σου και μου εμφανίστηκες με ακατάληπτο τρόπο.
Εγώ πάντα Σε πρόσβαλλα και Σε λυπούσα. Συ όμως, Κύριε, για τη μικρή μου μετάνοια μου έδωσες να γνωρίσω τη μεγάλη Σου αγάπη και την άμετρη αγαθότητά Σου.
Το ιλαρό και πράο βλέμμα Σου έθελξε την ψυχή μου.
Τι να σου ανταποδώσω, Κύριε, ή ποιόν αίνο να Σου προσφέρω;
Συ δίνεις την χάρη Σου, για να καίγεται αδιάλειπτα η καρδιά από αγάπη – και δεν βρίσκει πια ανάπαυση ούτε νύχτα ούτε μέρα από την θεϊκή αγάπη.
Η θύμησή Σου θερμαίνει την ψυχή μου, που τίποτε στη γη δεν την αναπαύει εκτός από Σένα. Γι’ αυτό με δάκρυα Σε ζητώ, και πάλι Σε χάνω, και πάλι ποθεί ο νους μου την γλυκύτητά Σου, αλλά Συ δεν εμφανίζεις το Πρόσωπό Σου, που επιθυμεί νύχτα και μέρα η ψυχή μου.
Κύριε, δώσε μου να αγαπώ μόνον Εσένα.
Συ με έκτισες, Συ με φώτισες με το άγιο βάπτισμα, Συ συγχωρείς τα αμαρτήματά μου και μου δίνεις τη χάρη να κοινωνώ το τίμιο Σώμα και Αίμα Σου. Δώσε μου τη δύναμη να μένω πάντα κοντά Σου.
Κύριε, δώσε μου τη μετάνοια του Αδάμ και την άγια ταπείνωσή Σου.
Η ψυχή μου πλήττει στη γη και ποθεί τα ουράνια.
Ο Κύριος ήρθε στη γη για να μας πάρει εκεί που μένει Αυτός, η Πανάχραντη Μητέρα Του, η Οποία Τον υπηρέτησε στη γη για τη δική μας σωτηρία, και οι μαθητές και ακόλουθοι του Κυρίου.
Εκεί μας καλεί ο Κύριος, παρ’ όλες τις αμαρτίες μας.
Εκεί θα δούμε τους αγίους Αποστόλους, που δοξάζονται ως κήρυκες του Ευαγγελίου. Εκεί θα δούμε τους αγίους προφήτες και ιεράρχες, τους διδασκάλους της Εκκλησίας. Εκεί θα δούμε τους οσίους, που αγωνίστηκαν να ταπεινώσουν με τη νηστεία τη ψυχή τους. Εκεί δοξάζονται οι δια Χριστόν σαλοί, που νίκησαν τον κόσμο.
Εκεί θα δοξάζονται όλοι, όσοι νίκησαν τον εαυτό τους, όσοι προσεύχονταν για όλο τον κόσμο και σήκωσαν πάνω τους τη θλίψη όλου του κόσμου, γιατί είχαν την αγάπη του Χριστού – κι η αγάπη δεν μπορεί να υποφέρει την απώλεια έστω και μιας ψυχής.
Εκεί θέλει να κατασκηνώσει η ψυχή μου. Εκεί όμως δεν θα μπει τίποτε ακάθαρτο, γιατί μπαίνουν με μεγάλες θλίψεις, με πολλά δάκρυα, με συντριβή πνεύματος. Μονάχα τα παιδιά, που φύλαξαν τη χάρη του αγίου βαπτίσματος, περνούν εκεί χωρίς θλίψεις και γνωρίζουν εν Πνεύματι Αγίω τον Κύριο.
Νοσταλγεί η ψυχή μου τον Θεό και προσεύχεται μέρα και νύχτα, γιατί το όνομα του Κυρίου είναι γλυκό και πολυπόθητο για την προσευχόμενη ψυχή και την ελκύει στην αγάπη του Θεού.
Έζησα πολύ καιρό στη γη και άκουσα και είδα πολλά. Άκουσα πολλή μουσική που εγλύκαινε την ψυχή μου. Και σκεφτόμουν πώς, αν αυτή η μουσική είναι τόσο γλυκιά, τότε πολύ περισσότερο πρέπει να ευχαριστεί την ψυχή η ουράνια μελωδία, εκεί που δοξάζουν εν Πνεύματι Αγίω τον Κύριο για τα πάθη Του.
Η ψυχή ζει πολύ στη γη και αγαπά τα γήινα κάλλη. Αγαπά τον ουρανό και τον ήλιο, αγαπά τους όμορφους κήπους, τη θάλασσα και τα ποτάμια, τα δάση και τα λειβάδια. Αγαπά, ακόμη, και τη μουσική η ψυχή, κι όλα αυτά τα επίγεια την ευφραίνουν. Όταν όμως γνωρίσει τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τότε δεν θέλει πια να βλέπει τα επίγεια.
… Κύριε πόσο πολύ αγαπάς τον άνθρωπο!…
Αγίος Σιλουανός ο Αθωνίτης (Αρχιμ Σωφρονίου Σαχάρωφ)

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Γέροντας Σωφρόνιος: «…γνώρισμα της ελευθερίας η απροθυμία μας να εξουσιάζουμε οποιονδήποτε…»

man in yellow flower field under beautiful sky
Ελευθερία από ενδοψυχικούς ασυνείδητους καταναγκασμούς
Εμπειρία που μου εξωτερίκευσε πνευματικός: η Όλγα έρχεται για εξομολόγηση από τα 15. Ξαφνικά, στα 23 της, ξεκινά λέγοντας: ‘Πάτερ, δεν μπορώ πια να σας κάνω υπακοή’!
Εύλογα ακολούθησε η απορία του: ‘Πότε σου ζήτησα να μου κάνεις υπακοή;’ Πράγματι αυτός ο πνευματικός πιστεύει στην ελευθερία των ανθρώπων. Χρειάστηκαν αρκετές συζητήσεις και κάποιος χρόνος για να καταλάβει η ’Ολγα ότι το ξέσπασμά της είχε να κάνει με το πώς αντιλαμβανόταν αυτή τόσα χρόνια το δήθεν ‘καθήκον’ της και τις δήθεν προθέσεις του πνευματικού της. Πρώτο παιδί της οικογένειας, εξοπλισμένη με αυστηρό υπερεγώ, δυσκολεύθηκε να διακρίνει πότε και πώς πίεζε τον εαυτό της και έπνιγε τις επιθυμίες της στο όνομα της καλής εντύπωσης και της απροθυμίας να αναλάβει την ευθύνη της ιδιοπροσωπίας της. Στα ελλείμματα του πνευματικού καταγράφεται η αδυναμία του να αντιληφθή αυτή την αυτόβουλη καταστολή μιας ψυχής που προθυμοποιείται να γίνεται ‘βασιλικώτερη του βασιλέως’.
Ο γέροντας Σωφρόνιος διέκρινε αυτή την διαβάθμιση: «Το πρώτο γνώρισμα της ελευθερίας είναι η απροθυμία μας να εξουσιάζουμε οποιονδήποτε. Η επόμενη βαθμίδα είναι η εσωτερική μας χειραφέτηση από την εξουσία των άλλων πάνω μας»[1]. Αν η περίπτωση αυτή ανήκει στις εύκολα ιάσιμες και χωρίς σοβαρές επιπτώσεις, αξίζει να σταθούμε σε εκείνους που είναι τόσο βαριά αλλοτριωμένοι, ώστε αναζητούν σκόπιμα ή πνευματικό που καλλιεργεί την ανελευθερία ή οποιονδήποτε άλλον πνευματικό τον οποίο όμως εξωθούν διαρκώς σε πιεστικές στάσεις και συμπεριφορές απέναντί τους, μέσα από μια μαζοχιστική υποδομή. Εδώ δεν καταπιέζει ο πνευματικός αλλά οι ανάγκες του ψυχισμού οι οποίες δεν έχουν σε καμία υπόληψη το αυτεξούσιό τους. Ο εχθρός βρίσκεται μέσα από τα τείχη, γι’ αυτό και είναι δυσκολώτερα αντιμετωπίσιμος.
To τρομακτικό άγχος μπροστά στην ελευθερία (και στη συνακόλουθη ευθύνη) γίνεται πολυμήχανο και εφευρετικό. Ο άνθρωπος τότε πρόθυμα υποδουλώνεται στις άμυνές του, αρκεί να γευτή την ασφάλεια της παλινδρόμησης προς τους πρώιμους και  γνώριμους ‘παραδείσους’ όπου κάποιος άλλος σκέφτεται και αποφασίζει αντί γι’ αυτόν. Άλλοτε η ψυχοπαθολογία αυτή αποτελεί συνέχεια της οικογενειακής δομής. Άλλοτε στηρίζεται εξ ολοκλήρου στη ενοχή. Άλλοτε πηγάζει από φόβο προς τις επιθυμίες και τα συναισθήματα, δηλαδή προς το ‘παθητικόν’ μέρος της ψυχής. Όποια και να είναι η συγκεκριμένη αιτία, σημασία έχει πως ο ψυχισμός δεν αντέχει το θεόσδοτο δώρο της ελευθερίας, ούτε στον εαυτό του ούτε και στους άλλους. Αυτό το δεύτερο έχει ως αποτέλεσμα να εξανίσταται ο ψυχισμός εναντίον εκείνων που δείχνουν να απολαμβάνουν τη ελευθερία τους, είτε εντός είτε εκτός Εκκλησίας. Ο πειρασμός του φθόνου είναι προφανής.
Εννοείται ότι στα πλαίσια αυτής της ασυνείδητης ανελευθερίας δεν μπορεί να γίνει λογος για γνήσια πνευματική ζωή που θα αποδώσει καρπούς κατά Θεόν. Μόνο σε συμμόρφωση μπορούμε να ελπίζουμε. Ανήκει στην αποστολή του πνευματικού να αντιληφθή τη διαφορά μεταξύ συμμόρφωσης και εκούσιας αυτοπαράδοσης στον Χριστό με αγάπη και εμπιστοσύνη. Έτσι καθίσταται αναγκαία και πάντοτε επίκαιρη η συζήτηση για το κατά πόσο ο ίδιος ο πνευματικός έχει κατακτήσει στην πράξη αυτή τη διάκριση και συνεπώς για το τι είδους εσωτερικευμένο αντικείμενο αποτελεί γι’ αυτόν ο Θεός.
[1] ό.π, σ. 184.
[συνεχίζεται]

Παρατήρηση: το παρόν άρθρο αποτελεί το δεύτερο τμήμα της εισήγησης με γενικό τίτλο «Αναβαθμοί της ελευθερίας στην ποιμαντική σχέση» του πρωτοπρεσβύτερου Βασίλειου Θερμού, Ψυχίατρου Νέων και Εφήβων,  στο 5ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξων Ψυχοθεραπευτών (Βόλος, 2012).

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Ὁ λογισμός πού πλησιάζει ἀθόρυβα σάν κλέπτης …καί ὁ φόβος πού ἀνοίγει τήν πύλη τῆς ψυχῆς σέ δαιμονικό βιασμό….

 


 

«Η Χάρις του Θεού δεν επιτρέπει στον αληθινό ασκητή να πει έπαινο στον αδελφό, διότι ακόμα και οι τέλειοι συχνά δεν μπορούν να βαστάξουν τον έπαινο χωρίς να υποστούν ζημιά.
Έπαινοι λέγονται μόνο σε αυτούς που έχουν αποκάμει από την απόγνωση.
Να ανοίγονται όμως οι οφθαλμοί της αριστεράς σε αυτά που κάνει σε εμάς η δεξιά του Υψίστου  ουδόλως επιτρέπεται  ή θα πρέπει να γίνεται με άκρα προσοχή και τέχνη.
….Η εξωτερική μορφή την οποία παίρνει ο λογισμός συχνά δεν επιτρέπει να αντιληφθείς από πού προέρχεται αυτός. Συχνά ο λογισμός πλησιάζει αθόρυβα σαν κλέπτης και η πρώτη λογική του μορφή μπορεί να φανεί όχι μόνο σοφή αλλά και αγία.
Και όμως μερικές φορές αρκεί και το πιο ελαφρύ πλησίασμα ενός τέτοιου λογισμού για να προκαλέσει βαθιά αλλαγή στην ψυχή.
Γαι να κρίνουμε τη φύση και το είδος του λογισμού δεν πρέπει να στηριζόμαστε στην εξωτερική του μορφή.
Μόνο η πείρα οδηγεί στη γνώση για το ποια δύναμη και λεπτότητα και ποιες ποικιλόμορφες όψεις  μπορούν να λαμβάνουν οι διάφορες δαιμονικές προσβολές.
Ακόμα και όταν ο λογισμός από τη φύση του είναι αγαθός μπορεί να εισχωρήσει σε αυτόν ξένο στοιχείο και να αλλάξει έτσι ουσιαστικά το πνευματικό του περιεχόμενο και την ενέργειά του επάνω σε μας.
Ο λογισμός είναι το πρώτο στάδιο της αμαρτίας.
Η εμφάνισή του στη σφαίρα της συνειδήσεως δεν λογίζεται ως αμαρτία αλλά είναι μόνο η πρότασή της.
Η απόκρουση του λογισμού αποκλείει την περαιτέρω ανάπτυξη της αμαρτίας.
Ο νους που βρίσκεται σε ησυχαστική προσευχή στην καρδιά βλέπει ότι ο λογισμός πλησιάζει απ΄έξω προσπαθώντας να εισχωρήσει στην καρδιά και τον εκδιώκει δια της προσευχής.
Αυτό το έργο ονομάζεται «νοερά νήψη» ή «νοερά ησυχία’ ή ‘τήρησις του νοός’ …
Με τη φλογερή ορμή φθάνει ο ασκητής στην αδιάλειπτη προσευχή αλλά επειδή δεν έχει καθαριστεί η καρδιά του με μακρόχρονη άσκηση, παρά την ενέργεια της προσευχής πέφτει σε αμαρτίες και πάθη. Έτσι δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με μια τέτοια κατάσταση.
Ο αδελφός  δεν γνώριζε ακόμη να «τηρεί τον νου» και έτσι ενώ προσευχόταν δεν αναχαίτιζε την ενέργεια της φαντασίας  με την οποία ενεργούν οι δαίμονες.
Η φαντασία που είναι αναπόφευκτη σε κάθε αρχάριο  φέρνει παραμόρφωση στην πνευματική ζωή. 
Επειδή όμως δεν μπορούμε να την αποφύγουμε στην αρχική περίοδο δεν θεωρείται πλάνη.
Οπωσδήποτε όμως ο αρχάριος οδηγείται σταδιακά από αυτού του είδους την προσευχή σε άλλο, το οποίο να περικλείει τον νου του στα λόγια της προσευχής.
Η μορφή αυτή της προσευχής είναι δυσκολότερη και ξηρότερη  αλλά είναι προτιμότερη ως πιο ορθή και λιγότερο επικίνδυνη.
Πόσες αυτοκτονίες και παντός είδους εγκλήματα στον κόσμο δεν γίνονταν ως επακόλουθα δαιμονικής πνευματικότητας;
Η πάλη προς τους δαίμονες δεν πρέπει να προκαλεί φόβο.
Ο φόβος είναι ήδη μισή ήττα (μισή αποτυχία της έκβασης του αγώνα). 
Η εμφάνιση του φόβου ατονεί την ψυχή και την καθιστά ευάλωτη και προσιτή σε δαιμονικό βιασμό.
Ο νους όλο και πιο συχνά βρίσκει στην καρδιά εκείνο το σημείο της προσοχής που του έδινε τη δυνατότητα να επιτηρεί τα τελούμενα στον εσωτερικό κόσμο της ψυχής… Έτσι αποκτάται η διάκριση για το πως πλησιάζουν αθόρυβα οι λογισμοί των διαφόρων παθών και πώς ενεργεί η Χάρις. 
Ο Σιλουανός εισέρχεται στη ζωή του συνετού ασκητή και συνειδητοποιεί ότι το κύριο μέλημα της ασκήσεως είναι η απόκτηση της  Χάρης.
Έτσι στο ερώτημα για το πώς ενεργεί η Χάρη και πώς διαφυλάσσεται από τον άνθρωπό που είδε το φως του ανάρχου Είναι, γεύτηκε το πλήρωμα της χαράς και της ανεκλάλητης γλυκύτητος της αγάπης του Θεού και για ποιο λόγο αυτή εγκαταλείπει την ψυχή, γίνεται ένα από τα βασικά και θεμελιώδη μελετήματα της ζωής του.
———————————————————————————————————— Από το βιβλίο 
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ- ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΕΣΣΕΧ ΕΚΔ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ 1999, ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΓΔΟΗ. Μετάφρασις εκ του Ρωσικού υπό του συγγραφέως και υπό του Ιερομονάχου Ζαχαρίου.

Ἅγιος Σιλουανός: «Κύριε, βλέπεις ὅτι θέλω νά προσευχηθῶ μέ καθαρό νοῦν ἀλλά οἱ δαίμονες δέν μέ ἀφήνουν. Δίδαξέ με τί πρέπει νά κάνω;»

 


 

Στον αγώνα για τη διαφύλαξη της χάρης ο μοναχός Σιλουανός έφτασε σε μέτρα, τα οποία πιθανόν να φανούν εξαιρετικώς σκληρά σε ανθρώπους άλλου τύπου, είναι δε δυνατόν να προκαλέσουν ακόμη και τη σκέψη ότι τέτοιου είδους ασπλαχνία προς τον εαυτό του είναι διαστροφή του Χριστιανισμού. Αυτό βέβαια δεν είναι σωστό. Ψυχή που γνώρισε τον Χριστό και υψώθηκε στη θεωρία του κόσμου του αιωνίου φωτός και που ακολούθως  χάσει αυτή τη χάρη βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση, την οποία όποιος δεν γνώρισε σε αυτόν τον βαθμό καθόλου δεν μπορεί να την φανταστεί. Το μαρτύριο και η οδύνη της ψυχής αυτής είναι απερίγραπτα. Αισθάνεται ένα ιδιαίτερο μεταφυσικό άλγος. Για τον άνθρωπο που βίωσε την απερίγραπτη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού τίποτα πλέον στον κόσμο αυτό δεν παραμένει δυνατό να τον γοητεύσει ή να τον πλανέψει.
Από κάποια άποψη η επίγεια ζωή αποβαίνει γι΄αυτόν καταθλιπτικό φορτίο, αυτός δε με θρήνο ζητά τη ζωή εκείνη την οποία προηγουμένως είχε αγγίξει.Άνδρας που έχασε τη γυναίκα του, ύπαρξη βαθιάαγαπημένη, ή  μητέρα που στερήθηκε τον μονογενή και αγαπημένο γιο της, μόνο εν μέρει μπορούν να συλλάβουν την οδύνη αυτού που απόλεσε τη χάρη, διότι η αγάπη του Θεού λόγω της δυνάμεως, της αξίας και της γλυκύτητάς της, του ασυγκρίτου κάλλους και της εξουσίας της υπερβαίνει άπειρες φορές κάθε άλλη ανθρώπινη αγάπη.
Συνεπώς ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος λέει για αυτούς που έχασαν τη χάρη ότι το βάσανό τους υπερβαίνει τα βάσανα των καταδίκων σε θάνατο, το δε πένθος τους υπερβαίνει κατά πολύ το πένθος αυτών που μοιρολογούν τους νεκρούς τους.
«Κύριε βλέπεις ότι θέλω να προσευχηθώ με καθαρό νουν αλλά οι δαίμονες δεν με αφήνουν. Δίδαξέ με τι πρέπει να κάνω για να μην με ενοχλούν;».  
Και άκουσε στην ψυχή του την απάντηση.
«Οι υπερήφανοι πάντοτε έτσι υποφέρουν από τους δαίμονες».
———————————————————————

Από το βιβλίο
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ- ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΕΣΣΕΧ ΕΚΔ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ 1999, ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΓΔΟΗ. Μετάφρασις εκ του Ρωσικού υπό του συγγραφέως και υπό του Ιερομονάχου Ζαχαρίου.

«Ἡ προσευχή δρᾶ μέσα καί ἔξω ἀπό τό σῶμα μας μέχρι ὁ Κύριος νά τό μετασχηματίσει ἀπό σῶμα ταπεινώσεως σέ σῶμα δόξης Αὐτοῦ»

 


  

«Όταν ζούμε μέσα στο πνεύμα των εντολών του Ευαγγελίου, είμαστε ήδη θεωμένοι, διότι η πνευματική ζωή, μας διαπερνά ολόκληρους.
Δόθηκε σε μας η εντολή να αγαπάμε. Η αγάπη, μάς ενώνει όλους πνευματικά. Η πληρότητα της αγάπης, μάς οδηγεί να αγαπάμε μέχρι αυτολήθης (μέχρι να ξεχνάμε τον εαυτό μας), μέχρι αυτομίσους.
Το νόημα της ζωής του προσευχόμενου με ένταση ανθρώπου είναι όμοιο με απέραντο ωκεανό ζώντος ύδατος.
Το πνεύμα μας πλουτίζει ακατάπαυστα όχι τόσο με πλήθος νέων λόγων ή εννοιών όσο με την εμβάθυνση των αποκτηθέντων βιωμάτων.
 
Για χρόνια η διαρκής εναλλαγή καταστάσεων οδύνης και παρακλήσεως μέσα μας, που κατέρχεται από τον ουρανό διαπαιδαγωγεί το πνεύμα μας κάνοντάς το ικανότερο να προσλαμβάνει νέες μορφές σκέψης γενικά.
Ο νους συνηθίζει να σκέπτεται όλο τον κόσμο και η καρδιά να εύχεται μέσα της με πόνο αγάπης για όλο τον κόσμο στο σύνολό του.
Τέτοια πνευματική σύνθεση έχει η ώριμη προσευχή του χριστιανού που παρίσταται στον Θεό με όλο του τον νου και όλη του την καρδιά και την ένωση αυτών των δύο σε ένα.[….]
Η προσευχή είναι ενέργεια ιδιαίτερης τάξεως. Είναι ένωση δύο ενεργειών, της δικής μας κτιστής και της Θείας άκτιστης. Καθώς είναι τέτοια δρα και μέσα στο σώμα μας και έξω από αυτό. Ακόμη επίσης δρα και εκτός του κόσμου, του χώρου και του χρόνου. Όταν βρισκόμαστε σε μακάριο δέος από την όραση της αγιότητας του Θεού η προσευχή μας γίνεται ισχυρή ορμή του πνεύματος που διαρρηγνύει τον στενό κλοιό της βαριάς ύλης. Το σώμα που μας δόθηκε οφείλει να πνευματοποιηθεί. Το βιολογικό σώμα από σάρκα και αίμα δεν είναι σε θέση να ακολουθήσει πίσω από το Πνεύμα και με όλη του την ορμή προς τον Αιώνιο Θεό. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θα μετασχηματίσει το σώμα της ταπείνωσής μας μέχρι να γίνει αυτό σύμμορφο με το σώμα της δόξης Του με τη δύναμη που έχει να υποτάξει σε Αυτόν τα πάντα.
Ω, η θαυμαστή δωρεά της προσευχής! Στην ορμή της προς τον Θεό Πατέρα δεν γνωρίζει χορτασμό. Με αυτή εισερχόμαστε σε άλλη μορφή της ύπαρξης, που σε ποιότητα υπερβαίνει τον κόσμο τούτο.
Η προσευχή όταν δεν διεγείρεται από τη μέθη της φαντασίας και όταν δεν χειραγωγείται από τη λογική της φιλοσοφίας αναζητά δρόμους και ακόμη εκεί όπου δεν υπάρχουν δρόμοι. Στην αναζήτηση αυτή μια εσωτερική διαίσθηση οδηγεί την ψυχή που είναι δεμένη από τις αόρατες αλλά άλυτες αλυσίδες της αμαρτίας που δεν σπάζουν από τις δικές μας δυνάμεις αλλά μόνο από τον Παντοκράτορα Θεό και Σωτήρα μας».
———————————— Διασκευασμενες επιλογές από το βιβλίο (σε ηλεκτρονική μορφή) ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, Γέρ. Σωφρονίου του Έσσεξ

Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ – Ἡ ἄσκηση τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ

 


Εις το παρόν κεφάλαιον θα αποπειραθώ να εκθέσω κατά το δυνατόν συντομώτερον τας πλέον ουσιώδεις απόψεις περί της προσευχής του Ιησού, της μεγάλης αυτής ασκήσεως της καρδίας, ως και την πλέον υγιαίνουσαν περί της ασκήσεως ταύτης διαδασκαλίαν την οποία συνήντησα εν Αγίω Όρει.
 Επί πολλά έτη οι μοναχοί προφέρουν την προσευχήν αυτήν δια του στόματος, μη αναζητούντες τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου μετά της καρδίας. Η προσοχή αυτών συγκεντρούται εις την συμμόρφωσιν της καθ’ ημέραν ζωής αυτών προς τας εντολάς του Χριστού.
Η αιωνόβιος πείρα της ασκήσεως ταύτης έδειξεν ότι ο νους ενούται ετά της καρδίας δια της ενεργείας του Θεού, όταν ο μοναχός διέλθη την σταθεράν πείραν της υπακοής και της εγκρατείας, όταν ο νους αυτού, η καρδία και αυτό το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς εκ της εξουσίας της αμαρτίας. Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρόν οι Πατέρες ενίοτε επιτρέπουν να προσφεύγωμεν εις την τεχνητήν μέθοδον εισαγωγής του νου εις την καρδίαν.
Προς τούτο ο μοναχός, δίδων κατάλληλον θέσιν εις το σώμα και κλίνων την κεφαλήν προς το στήθος, νοερώς προφέρει την προσευχήν εισπνέων ησύχως τον αέρα μετά των λέξεων: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέων τελειώνει την προσευχήν: «ελέησον με (τον αμαρτωλόν)».Κατά τον χρόνον της εισπνοής η προσευχή του νου κατ’ αρχάς ακολουθεί την κίνησιν του εισπνεομένου αέρος και συγκεντρούται εις το άνω μέρος της καρδίας. Κατά την εργασίαν ταύτην επί τι χρονικόν διάστημα η προσοχή δύναται να διαφυλαχθή αδιάχυτος και ο νους να παραμείνη πλησίον της καρδίας, έτι δε και να εισέλθη εντός αυτής. Η πείρα θα δείξη ότι ο τρόπος ούτος θα δώση εις τον νουν την δυνατότητα να ίδη ουχί αυτήν την φυσικήν καρδίαν, αλλά εκείνο όπερ τελείται εν αυτή: Οποία αισθήματα εισδύουν εν αυτή? οποίαι νοεραί εικόνες προσεγγίζουν αυτήν εκ των έξω. Η τοιαύτη άσκησις θα οδηγήση τον μοναχόν να αισθάνηται την καρδίαν αυτού και να διαμένη εν αυτή δια της προσοχής του νοός μη προσφεύγων πλέον εις οιανδήποτε «ψυχοσωματικήν τεχνικήν».

Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ: Ἡ ἀρχή ὁποιασδήποτε ἐργασίας πρέπει νά γίνεται μέ φόβο, μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ

 


 

Κάθε  ενέργειά μας απαραίτητα ή μας προσεγγίζει
προς  τον  Θεό,  ή,  αντιθέτως, μας απομακρύνει. 
 
Στην καρδιά που έχει γίνει απαλή με την άσκηση  και  την επίσκεψη της  χάριτος  δίδεται  συχνά  να  βιώσει, έστω και μερικώς, την αγάπη του Χριστού, αυτή που αγκαλιάζει όλη την κτίση με ατελείωτη συμπάθεια προς κάθε τι υπαρκτό. Τώρα είμαι αιχμάλωτος του  Χριστού‐Θεού.  Γνώρισα τον εαυτό μου από το μηδέν·  κατά  τη  φύση του  ο  άνθρωπος  είναι  μηδαμινότητα. 
Παρά  ταύτα  όμως  αναμένουμε  από  τον  Θεό  συμπάθεια  και  σεβασμό.  Και  ξαφνικά,  ο  Παντοδύναμος  αποκαλύπτεται  σε μάς με την απερίγραπτη  ταπείνωσή του. 
Η  όραση αυτή  φέρνει κατάνυξη στην ψυχή και κατάπληξη στον νου.  Αυθόρμητα κλίνουμε  το  γόνυ  ενώπιον  Αυτού. Όσον  δε  και  αν  αγωνιζόμαστε  να μοιάσουμε  σε  Αυτόν  με  ταπείνωση, βλέπουμε ότι είμαστε ανίσχυροι να φθάσουμε το απόλυτον Αυτού.
Η ταπείνωση του Χριστού είναι δύναμη τα πάντα νικώσα. …Παραμένει αναλλοίωτη και θεοειδώς μεγαλειώδης στη φύση της…
Η  ταπείνωση  είναι χαρακτηριστικό  της  Θείας  Αγάπης, Η οποία στο άνοιγμά της προς την κτίση δέχεται με πραότητα ποικίλες πληγές από τα όντα που αυτή έχει κτίσει.
Η  όραση  του  Θεού  θέτει  τον  άνθρωπο μπροστά στην αναγκαιότητα του εσωτερικού αυτοπροσδιορισμού μας σε αναφορά προς Αυτόν.
Κατ’ ουσίαν κάθε  ενέργειά μας απαραίτητα ή μας προσεγγίζει προς  τον  Θεόν,  ή,  αντιθέτως, μας απομακρύνει.