Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Πείρα Αιωνιότητος Αγιος Σιλουανός o Αθωνίτης





Ανακόλουθον και αντιφατικόν χαρακτήρα λαμβάνει η περιγραφή της νοεράς ησυχίας, ήτις είναι ζωή καταπληκτικής ως εκ του πλούτου και του μεγαλείου,  αλλά  και  λόγω  της  ιδιομορφίας αυτής  Δεν  αμφιβάλλομεν ότι  εις πολλούς, συνηθισμένους να κινώνται εντός των ορίων της τυπικής λογικής, δυνατόν να θεωρηθή ως κατάδηλος παραλογισμός ο λόγος, ότι ο άνθρωπος εις απροσδιόριστον  τι χρονικόν διάστημα εισάγεται εις την αιωνίαν ζωήν μεθ’ υπαρξιακής οφθαλμοφανείας Εν τούτοις θα αποπειραθώμεν να διασαφήσωμέν πως την έκφρασιν ταύτην .Ο  χρόνος  και  η  αιωνιότης  εις  την  αντίληψιν  του  ασκητού  είναι  δύο διάφοροι τρόποι υπάρξεως Ο μεν πρώτος, ήτοι ο χρόνος, είναι ο τρόπος της κτιστής,  της  διηνεκώς  γιγνομένης  και  εξελισσομένης  εν  τη  κινήσει  αυτής υπάρξεως, ακαταλήπτως εκ του μηδενός δημιουργουμένης υπό του Θεού Ο δε δεύτερος, ήτοι η αιωνιότης, είναι ο τρόπος της Θείας υπάρξεως, εις την οποίαν αι έννοιαι της εκτάσεως και της ακολουθίας δεν εφαρμόζονται Η αιωνιότης είναι μοναδική,  ανέκτατος,  ακαταλήπτου  πληρώματος  ενέργεια  (actus)  του  Θείου Είναι, όπερ, όν υπερκόσμιον, ανεπεκτάτως περιβάλλει πάσας τας εκτάσεις του κτιστού κόσμου Αιώνιος, κατά την ουσίαν, είναι μόνον ο Θεός Η αιωνιότης δεν είναι τι το αφηρημένον ή καθ’ εαυτό υπάρχον, αλλ’ ο Ίδιος ο Θεός εν τη υπάρξει Αυτού Όταν ο άνθρωπος κατά την ευδοκίαν του Θεού λαμβάνη την δωρεάν της χάριτος, τότε, ως κοινωνός Θείας ζωής, γίνεται ουχί μόνον αθάνατος εν τη εννοία της ατελευτήτου παρατάσεως της ζωής αυτού, αλλά και άναρχος, διότι εκείνη η σφαίρα της Θείας υπάρξεως, εις την οποίαν εισήχθη, δεν έχει ούτε αρχήν ούτε τέλος Λέγοντες ενταύθα περί του ανθρώπου ότι γίνεται «άναρχος», δεν εννοούμεν προΰπαρξιν της ψυχής, ουδέ αλλαγήν της κτιστής ημών φύσεως εις άναρχον Θείαν φύσιν, αλλά κοινωνίαν της ανάρχου Θείας ζωής, δυνάμει της κατά χάριν θεώσεως του κτίσματος



Όταν ο νους και η καρδία, εστραμμένα προς τον Χριστόν, ουχί δια των ιδίων προσπαθειών αλλά τη ενεργεία του Θεού, ενούνται εις μυστικήν τινα ένωσιν, τότε ο άνθρωπος πραγματικώς ευρίσκει εαυτόν εν τω πλέον ενδομύχω βάθει αυτού Τότε, ως νους θεοείκελος, ως πνεύμα θεοειδές, ως αθάνατος υπόστασις (πρόσωπον), αοράτως  ορά τον Θεόν Εν όσω όμως ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένος μετά της σαρκός, η γνώσις αυτού δεν επιτυγχάνει την τελειότητα  και  δεν  δύναται  ούτος  να  εννοήση  οποία  θα  είναι  η  αιώνιος  ζωή αυτού εις την σφαίραν του Ανάρχου Φωτός, εάν ο Θεός ευδοκήση να δεχθή αυτόν μετά την διάβασιν και του εσχάτου φλοιού της επιγείου ζωής Αλλά το ερώτημα, οποία θα είναι η αιώνιος ζωή, εγείρεται ουχί κατά τον χρόνον της οράσεως – οπότε η ψυχή ούσα ολοσχερώς εν τω Θεώ δεν γνωρίζει εάν είναι «εν σώματι ή εκτός του σώματος»– αλλά τότε μόνον, όταν εκ νέου ίδη τον κόσμον τούτον, όταν πάλιν αισθανθή εαυτήν εις τα δεσμά της σαρκός, υπό το κάλυμμα αυτής

Περί της προσωπικής σχέσης του ανθρώπου πρός τόν Θεόν Αγιος Σιλουανός o Αθωνίτης





Ο Κύριος είπεν εις τον Πόντιον Πιλάτον: «Εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία» Ο Πιλάτος απήντησε σκεπτικός: «Τί εστιν αλήθεια»; (Ιωάν ιη’ ‐) Και πεπεισμένος ότι εις τούτο το ερώτημα ουδεμία υπάρχει  απάντησις,  δεν  ανέμενεν  αυτήν  ούτε  και  παρά  του  Χριστού,  αλλ’ «εξήλθε προς τους Ιουδαίους» Ο Πιλάτος είχε δίκαιον: Εις το ερώτημα «ΤΙ εστιν αλήθεια;», εάν έχης υπ’ όψιν την υστάτην αλήθειαν, ήτις αποτελεί το θεμέλιον της όλης υπάρξεως του κόσμου, απάντησις δεν υπάρχει Αλλ’ εάν ο Πιλάτος έχων υπ’ όψιν την Αρχιαλήθειαν ή την Αυτοαλήθειαν, έθετε το ερώτημα, καθώς έπρεπε να θέση αυτό, και δή, «ΤΙΣ εστιν η αλήθεια;», τότε θα ελάμβανεν ως απάντησιν εκείνο όπερ ολίγον πρότερον εν τω Μυστικώ Δείπνω, προβλέπων ο Κύριος και το ερώτημα του Πιλάτου, έλεγεν εις τους ηγαπημένους Αυτού μαθητάς, και δι’ αυτών εις όλον τον κόσμον: «Εγώ ειμι η αλήθεια» (Ιωάν ιδ’ , ιη’)Η  επιστήμη  και  η  φιλοσοφία  θέτουν  δι’  αυτάς  το  ερώτημα:  ΤΙ  εστιν αλήθεια; Ενώ η γνησία χριστιανική συνείδησις πάντοτε στρέφεται προς την αλήθειαν «ΤΙΣ»



Οι εκπρόσωποι της επιστήμης και της φιλοσοφίας ουχί σπανίως θεωρούν τους χριστιανούς ανεδαφικούς ονειροπόλους, ενώ υπολογίζουν εαυτούς ισταμένους   επί        βεβαίας   βάσεως,   και   δια   τούτο   αυτοονομάζονται «θετικισταί» Κατά παράδοξον τρόπον δεν αντιλαμβάνονται τον αφηρημένον χαρακτήρα  του  «ΤΙ»  αυτών  Δεν  αντιλαμβάνονται  ότι  η  Αλήθεια,  η συγκεκριμένη, η απόλυτος, δύναται να είναι μόνον «ΤΙΣ» και κατ’ ουδένα τρόπον «ΤΙ» Διότι η αλήθεια δεν είναι θεωρητικός τύπος ή αφηρημένη ιδέα, αλλ’ είναι η Αυτοζωή «Εγώ ειμι» (Ιωάν η’ · Έξοδ γ’ )
Τω όντι, τι δύναται να είναι πλέον αφηρημένον της αληθείας ΤΙ; Και τούτο το  μέγα  παράδοξον  βλέπομεν  καθ’  όλην  την  μετά  την  πτώσιν  του  Αδάμ ιστορικήν πορείαν της ανθρωπότητος Γοητευμένη υπό του λογικού αυτής η ανθρωπότης ζη εν ναρκώσει Ούτως ουχί μόνον η «θετική» επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν εις εαυτάς, ως και ο Πιλάτος το ερώτημα «ΤΙ εστιν αλήθεια;», αλλ’ έτι και εν τη θρησκευτική ζωή της ανθρωπότητος παρατηρείται ωσαύτως η ιδία μεγάλη απάτη Και διαρκώς οι άνθρωποι ολισθαίνουν εις την οδόν της αναζητήσεως της αληθείας «ΤΙ»
Το λογικόν υποθέτει ότι εάν γνωρίση την ζητουμένην αλήθειαν «ΤΙ», θα κατακτήση μαγικήν τινα δύναμιν και θα καταστή ελεύθερος εξουσιαστής του όντος
Εν  τη  θρησκευτική  ζωή  ο  άνθρωπος  κατερχόμενος  εις  τας  οδούς  των λογικών αναζητήσεων αναποφεύκτως πίπτει εις πανθεϊστικήν κοσμοθεωρίαν Εκάστοτε, όταν ο θεολογών νους αποπειράται να γνωρίση την περί Θεού αλήθειαν δια της δυνάμεως αυτού, είτε συνειδητώς είτε ασυνειδήτως, εμπίπτει μοιραίως εις το αυτό σφάλμα, εις το οποίον είναι βεβυθισμέναι και η επιστήμη δια της αιτιοκρατικής αυτής αρχής και η φιλοσοφία δια του ορθολογισμού αυτής, και ο πανθεϊσμός εν τη αναζητήσει και τη θεωρία της αληθείας «ΤΙ»
Η αλήθεια «ΤΙΣ» δεν γνωρίζεται δια της λογικής πορείας Ο προσωπικός Θεός «ΤΙΣ» γνωρίζεται μόνον δια της κοινωνίας εν τη υπάρξει, ήτοι μόνον δια της εν  Πνεύματι Αγίω αποκαλύψεως Τούτο υπεγράμμιζε συνεχώς ο Γέρων Σιλουανός
Ο Ίδιος ο Κύριος ομιλεί περί αυτού ως εξής:

Περί της επιγνώσεως του θελήματος του Θεού Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης


 


Έλεγεν ο Γέρων: «Είναι καλόν πάντοτε να ζητής παρά του Θεού “σύνεσιν εν πάσι”, τί και πώς πρέπει να πράξης ή να είπης» Άλλαις λέξεσιν, εις εκάστην περίπτωσιν δέον όπως ζητής την επίγνωσιν του θελήματος του Θεού και τας οδούς προς εκπλήρωσιν αυτού.Η εκζήτησις του θελήματος του Θεού είναι το σπουδαιότερον έργον της ζωής  ημών,  διότι  «οδεύοντες  την  οδόν»  του  θελήματος  του  Θεού  γινόμεθα μέτοχοι της αιωνίου θείας ζωής Η γνώσις του θελήματος του Θεού είναι δυνατή δια διαφόρων οδών Μία εξ αυτών είναι ο λόγος του Θεού, αι εντολαί του Χριστού Αλλ’ εν ταις ευαγγελικαίς εντολαίς, παρά την τελειότητα αυτών ή μάλλον λόγω της τελειότητος αυτών, το θέλημα του Θεού αποκαλύπτεται εις την τελικήν γενικήν αυτού   έννοιαν,   και   ο   άνθρωπος   εις   την   ζωήν   αυτού,   αντιμέτωπος   προς ατελείωτον ποικιλίαν περιστάσεων, συχνάκις δεν γνωρίζει πώς πρέπει να ενεργήση, ίνα ευρεθή η πράξις αυτού εντός του ρεύματος του Θείου θελήματος Ίνα έχη πράξις τις, ενέργειά τις, καλόν τέλος, δεν αρκεί να γνωρίζης μόνον  την  γενικήν  έκφρασιν του  θελήματος  του  Θεού  εις  τας  εντολάς,  ήτοι:«αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου, και τον πλησίον ως σεαυτόν», είναι απαραίτητος εισέτι ο εκ Θεού φωτισμός περί του τρόπου της εν τη ζωή πραγματοποιήσεως των εντολών Πλέον τούτου απαραίτητος είναι και η «εξ ύψους δύναμις» (Μάρκ κδ’ )



Ο αποκτήσας εν τη καρδία αυτού την αγάπην του Θεού, και φερόμενος υπ’ αυτής, ενεργεί ωθούμενος υπό κινήτρων τα οποία προσεγγίζουν το θέλημα του Θεού· προσεγγίζουν μεν, αλλά δεν είναι τέλεια Το άφθαστον της πλήρους τελειότητος καθιστά υποχρεωτικήν δι’ όλους ανεξαιρέτως την ακατάπαυστον εν προσευχή στροφήν προς τον Θεόν προς συνετισμόν και βοήθειαν
Ουχί μόνον η τελειότης της αγάπης είναι ανέφικτος, αλλά και το πλήρωμα της γνώσεως Πράξις προερχομένη θα έλεγε τις εκ της καλυτέρας προαιρέσεως συχνάκις έχει αποτελέσματα ανεπιθύμητα Τούτο συμβαίνει διότι τα μέσα ή ο τρόπος της πραγματοποιήσεως είναι ανάρμοστα προς την δοθείσαν περίπτωσιν Πολλάκις ακούομεν να δικαιολογήται τις ότι είχε καλήν πρόθεσιν· τούτο όμως είναι ανεπαρκές Και εκ τοιούτων σφαλμάτων γέμει η ανθρωπίνη ζωή Ιδού δια τί ο αγαπών τον Θεόν πάντοτε εκζητεί την άνωθεν υπόδειξιν τείνων διαρκώς το ούς της καρδίας αυτού εις την φωνήν του Θεού
Εν τη πράξει τούτο γίνεται ως εξής: Πας χριστιανός, και ιδίως ο επίσκοπος ή ο ιερεύς, ενώπιον της ανάγκης όπως εύρη εις αυτήν ή εκείνην την περίπτωσιν λύσιν σύμφωνον προς το θέλημα του Θεού, αποσπάται εσωτερικώς εξ όλων των γνώσεων αυτού, των προειλημμένων σκέψεων, των επιθυμιών και σχεδίων Τότε, ελεύθερος παντός «ιδικού του», προσεύχεται μετά προσοχής εν τη   καρδία αυτού προς τον Θεόν, και το πρώτον, όπερ γεννάται εν τη ψυχή εξ αυτής της προσευχής, δέχεται ως άνωθεν υπόδειξιν
Παρομοίαν αναζήτησιν της επιγνώσεως του θελήματος του Θεού, δια της αμέσου εν προσευχή στροφής προς Αυτόν, ιδίως εν καιρώ ανάγκης ή θλίψεως, οδηγεί  τον  άνθρωπον  εις  την  κατάστασιν  περί  της  οποίας  ομιλεί  ο  Γέρων:

Η μορφή τού Γέροντος Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης




Γ’ Η μορφή τού Γέροντος

Ημείς  εγνωρίσαμεν  τον  Γέροντα  κατά  την  περίοδον  ταύτην  της  ζωής αυτού Είχον παρέλθει οι μακροί χρόνοι της τιτανίου μάχης κατά των παθών Τότε ήτο αληθώς μέγας εις το πνεύμα Μαθητευθείς εις τα μυστήρια του Θεού και καθοδηγηθείς άνωθεν εις τον πνευματικόν αγώνα, ανήρχετο ήδη σταθερώ ποδί εις την απάθειαν.Εξωτερικώς ο Γέρων ήτο πολύ απλούς Εις το ανάστημα υψηλότερος του μέσου ανδρός αλλ’ ουχί μεγαλόσωμος Το σώμα αυτού ούτε ξηρόν ούτε πολύσαρκον ήτο Ρωμαλαίος κορμός, ισχυρός λαιμός, πόδες δυνατοί, σύμμετροι προς τον κορμόν μετά μεγάλων πελμάτων, χείρες εργάτου στιβαραί, μεγάλαι παλάμαι και ανάλογοι δάκτυλοι· πρόσωπον και κεφαλή πολύ αρμονικών αναλογιών  Ωραίον,  μέτριον  στρογγύλον  μέτωπον,  μόλις  μεγαλύτερον  του μήκους της ρινός .Η κάτω σιαγών έντονος, δυνατή και αποφασιστική, αλλ’ άνευ σημείων αισθησιασμού ή τραχύτητος Οφθαλμοί βαθύχρωμοι, ουχί μεγάλοι, βλέμμα επιεικές, προσεκτικόν, διορατικόν, πολλάκις καταπεπονημένον εκ της πολλής αγρυπνίας και των δακρύων Γένεια μεγάλα, δασέα, εν μέρει φαιόχροα Οφρύες χαμηλαί, ευθυτενείς Η κόμη της κεφαλής μαύρη μέχρι του γήρατος, μάλλον  πυκνή  .Έτυχε  να  φωτογραφήσουν  αυτόν,  αλλ’  άνευ  επιτυχίας



Τα ισχυρά, ανδρεία χαρακτηριστικά  του προσώπου αυτού απετυπούντο σκληρά, ενώ εις την πραγματικότητα είχε την όψιν πραείαν, συμπαθή, μετά γαληνίου βλέμματος Το πρόσωπον ωχρόν εκ του ολίγου ύπνου και της πολλής νηστείας, συχνάκις κατανενυγμένον, ουδέποτε τραχύ Ούτως   ήτο   συνήθως,   αλλ’   ενίοτε   μετεμορφούτο,   ώστε   να   γίνηται αγνώριστος Το χλωμόν, καθαρόν πρόσωπον ελάμβανε τοιαύτην πεφωτισμένην έκφρασιν, εγίνετο τοσούτον καταπληκτικόν, ώστε δεν είχες την δύναμιν να προσβλέψης εις αυτό· οι οφθαλμοί υπεστέλλοντο Ακουσίως ήρχετο εις την μνήμην η Αγία Γραφή λέγουσα ότι ένεκα της δόξης του προσώπου του Μωϋσέως ο λαός εφοβείτο να ατενίση εις αυτόν Η ζωή του Γέροντος ήτο μετρίως αυστηρά, μετά τελείας αδιαφορίας δια την εξωτερικήν εμφάνισιν και μεγάλης αφροντισίας δια το σώμα Περιεβάλλετο χονδροειδή ενδύματα, ως οι εργάται μοναχοί, έφερε δε πολλά ενδύματα, έτι και κατά το θέρος, επειδή εις τους χρόνους της πλήρους αδιαφορίας δια το σώμα αυτού συχνάκις ησθένει και έπασχεν εκ ρευματισμών Κατά την διαμονήν αυτού εν τω Παλαιώ Ρωσικώ έπαθε ψύξιν εις την κεφαλήν και μαρτυρικαί κεφαλαλγίαι ηνάγκαζον  αυτόν  να  μένη  πολλάκις  εξηπλωμένος  επί  της  στρωμνής  Κατ’ εκείνον τον καιρόν, χάριν μεγαλυτέρας μονώσεως, διήρχετο τας νύκτας έξω των τειχών της κυρίως Μονής, εις τινα γωνίαν μεγάλης αποθήκης τροφίμων, την οποίαν διεχειρίζετο
Τοιούτον ήτο το απλούν και ταπεινόν εξωτερικόν αυτού του ανθρώπου
Αλλά να ομιλήσωμεν δια τον χαρακτήρα και την εσωτερικήν αυτού μορφήν είναι «και πρόβλημα εις διήγησιν» Κατά τα έτη εκείνα, ότε εδόθη εις ημάς η ευκαιρία να παρακολουθήσωμεν αυτόν, ενεφάνιζε θέαμα εξαιρέτου αρμονίας των ψυχικών και σωματικών δυνάμεων Ήτο ολιγογράμματος Μικρός, εφοίτησεν εις το σχολείον του χωρίου αυτού μόνον «δύο χειμώνας», αλλά εκ   της συνεχούς εν τω ναώ αναγνώσεως και ακροάσεως     της  Αγίας  Γραφής  και  των  μεγάλων  συγγραφών  των  Αγίων Πατέρων  ανεπτύχθη  πολύ  και,  όσον  αφορά  εις  την  πνευματικήν  ασκητικήν ζωήν, έδιδεν εντύπωσιν εγγραμμάτου ανθρώπου Εκ φύσεως είχεν οξύν, δημιουργικόν   νουν,   η   δε   μακρά   εμπειρία   του   πνευματικού   αγώνος,   της εσωτερικής   νοεράς   προσευχής,   των   μεγάλων   δοκιμασιών   αλλά   και   των εξαιρέτων θείων επισκέψεων κατέστησαν αυτόν υπερανθρώπως σοφόν και οξυδερκή
Ο  Γέρων  Σιλουανός  ήτο  άνθρωπος  αληθώς  τρυφεράς  καρδίας, συγκινητικής αγάπης, εξαιρέτου λεπτότητος και ευσπλαγχνίας εις πάσαν θλίψιν και πάντα πόνον, άνευ ουδεμιάς νοσηράς και θηλυπρεπούς αισθηματικότητος Το συνεχές βαθύ πνευματικόν πένθος ποτέ δεν μετετρέπετο εις συναισθηματικούς κλαυθμηρισμούς Η ακοίμητος εσωτερική έντασις ουδέ σκιάν νευρικότητος είχεν Αξία πολλού θαυμασμού είναι και η μεγάλη σωφροσύνη του ανδρός τούτου, παρά το ρωμαλέον σώμα Εφύλαττεν εαυτόν ισχυρώς, προσέτι και από παντός λογισμού μη ευαρέστου εις τον Θεόν Παρά ταύτα συμπεριεφέρετο και συνανεστρέφετο μεθ’ όλων των ανθρώπων εντελώς ελευθέρως και φυσικώς, μετ’ αγάπης και απλότητος, ανεξαρτήτως της θέσεως και του τρόπου ζωής αυτών Εντός αυτού ουδέ σκιά αποστροφής υπήρχεν, έτι και δι’ ανθρώπους οίτινες έζων ρυπαρώς, αλλ’ εν τω βάθει της ψυχής αυτού εθλίβετο δια τας πτώσεις αυτών, καθώς ο πατήρ ή η μήτηρ θλίβονται δια τα ολισθήματα των ηγαπημένων αυτών τέκνων Εδέχετο τους πειρασμούς και έφερεν αυτούς μετά μεγάλης ανδρείας  Ήτο άνθρωπος παντελώς άφοβος και ελεύθερος, και συγχρόνως δεν υπήρχεν εντός αυτού ουδέ ίχνος θρασύτητος Άφοβος ών, ενώπιον του Θεού έζη εν φόβω Τω όντι, εφοβείτο να λυπήση Αυτόν έστω και δια κακού λογισμού
Ήτο ανήρ μεγάλης ανδρείας, και εν τω άμα εξαιρέτου πραότητος· σπάνιος και ασυνήθους ωραιότητος συνδυασμός
Ο Γέρων ήτο άνθρωπος βαθείας, γνησίας ταπεινώσεως, και ενώπιον του Θεού  και  ενώπιον  των  ανθρώπων  Ηγάπα  να  δίδη  το  προβάδισμα  εις  τους άλλους, ηγάπα να είναι κατώτερος, να χαιρετίζη πρώτος, να λαμβάνη ευλογίαν παρά των φερόντων ιερατικόν βαθμόν, ιδίως παρά των επισκόπων και του ηγουμένου,  και  πάντα  ταύτα  άνευ  ουδεμιάς  ανθρωπαρεσκείας  ή  κολακείας Ετίμα ειλικρινώς τους ανθρώπους οίτινες είχον αξίωμα ή θέσιν, και τους πεπαιδευμένους,   αλλ’   ουδέποτε   εντός   αυτού   υπήρχεν   αίσθημα   φθόνου  ή  Εν τω Άθωνι κατά την διάρκειαν των νυκτερινών ακολουθιών και ιδιαιτέρως των ολονυκτίων αγρυπνιών, αίτινες διαρκούν πλέον των οκτώ ωρών, αναγινώσκουσιν εκφώνως πολλάς διδασκαλίας εκ των αγιοπατερικών συγγραμμάτων μειονεκτικότητος, ίσως επειδή βαθέως εγνώριζε το εφήμερον πάσης κοσμικήςθέσεως,  εξουσίας,  πλούτου,  προσέτι  δε  επιστημονικών  γνώσεων  Εγνώριζε«πόσον πολύ αγαπά ο Κύριος τους ανθρώπους Αυτού», και εξ αγάπης προς τονΘεόν και τους ανθρώπους ετίμα αληθώς και εσέβετο πάντα άνθρωπον
Η εξωτερική αυτού διαγωγή ήτο απλή, και ταυτοχρόνως η αναμφίβολος ποιότης αυτού ήτο η εσωτερική ευγένεια, η αριστοκρατία, αν θέλητε, εν τη υψηλοτέρα σημασία της λέξεως Εν τη υπό διαφόρους συνθήκας επικοινωνία μετ’ αυτού ο άνθρωπος και της λεπτοτέρας εισέτι διαισθήσεως δεν ηδύνατο να παρατηρήση εις αυτόν τραχείας κινήσεις καρδίας: αντιπάθειαν, απροσεξίαν, περιφρόνησιν, προσποίησιν και τα παρόμοια Ήτο ανήρ όντως ευγενής, ως δύναται να είναι μόνον ο χριστιανός
Ο Γέρων ποτέ δεν εγέλα ηχηρώς Ποτέ δεν ωμίλει κατά τρόπον διφορούμενον Ουδέποτε περιεγέλασε και  ουδέποτε ηστειεύθη άλλους ανθρώπους Επί του συνήθως σοβαρού γαληνίου προσώπου αυτού μόλις εσχεδιάζετο ενίοτε ελαφρόν τι μειδίαμα, μη ανοιγομένων των χειλέων (εκτός εάν ωμίλει)
Ανθίστατο εις τους πειρασμούς και υπέμενεν αυτούς μετά μεγάλης ανδρείας Το πάθος του θυμού δεν είχε θέσιν εις αυτόν Αλλά παρά την φανεράν απλότητα, την σπανίαν διαλλακτικότητα και την υπακοήν, ήτο απολύτως αντίθετος προς παν ψευδές, πονηρόν και άσχημον Κατάκρισις, χυδαιότης, μικρότης και τα τοιαύτα εις αυτόν δεν ευρίσκοντο Επί τούτου εξεδήλου έμμονον ακαμψίαν, αλλά και τρόπον ώστε να μη θλίβη τον αμαρτάνοντα, και προσείχε να μη προσβάλη αυτόν ουχί μόνον εξωτερικώς, αλλά, το κυριώτερον, ούτε και δια της κινήσεως της καρδίας αυτού, διότι ο λεπτός άνθρωπος αισθάνεται και τας κινήσεις  της  καρδίας  Επετύγχανε  δε  τούτο  προσευχόμενος  εσωτερικώς  και μένων ήσυχος, ανεπηρέαστος από παντός δυστρόπου
Παρετηρείτο  εις  αυτόν  θέλησις  σπανίας  δυνάμεως,  άνευ  πείσματος· απλότης, ελευθερία, αφοβία και ανδρεία μετά πραότητος και προσηνείας· ταπείνωσις και υπακοή, άνευ δουλοπρεπείας και ανθρωπαρεσκείας: Ήτο αληθώς άνθρωπος, εικών και ομοίωσις Θεού Ωραίος ο κόσμος, δημιούργημα του μεγάλου Θεού· αλλ’ ουδέν θαυμασιώτερον του ανθρώπου, του αληθούς ανθρώπου, του υιού Θεού!