Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ) ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ








Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου

Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας
1993



«Συ εί Θεός … αεί ών, ωσταύτως ών» (Λειτουργία Ιερού Χρυσοστόμου)











[//11]

ΕΥΧΗ

Μέγας εί, Κύριε, και ουκ έστιν όμοιος Σοι. Έλεος και αλήθεια προπορεύονται προ προσώπου Σου, δικαιοσύνη και κρίμα εκπορεύονται εκ του θρόνου Σου.
Μακάριοι οι φυλάσσοντες την διαθήκην Σου, εν τω Φωτί της δόξης του προσώπου Σου διαμένουσι και εν τω Ονόματί Σου αγαλλιάσονται. Συ γαρ εί δύναμις αυτών και εν τη ευδοκία Σου υψωθήσονται, τη δε αληθεία Σου δοξασθήσονται και τη δικαιοσύνη Σου κραταιωθήσονται.
Κύριε, την βοήθειάν Σου επίθες εφ’ ημάς, και τω ελέει Σου περιτείχισον ημάς. Η χειρ Σου αντιλάβοιτο ημών και ο βραχίων Σου ενισχύσαι ημάς. Εχθρός ουδέν τεύξεται καθ’ ημών και εν τω Ονόματί Σου σωθησόμεθα.
Εν τω επικαλείσθαι Σε ημάς, Κύριε, κλίνον το ους Σου. Συ γαρ εί Πατήρ ημών, μη αποστρέφου αφ’ ημών εν θλίψει.
Κύριε, ο Θεός ημών, ο τω μικρώ ποιμνίω Σου ευδοκήσας επαγγείλασθαι βασίλειον αδιάσειστον και θησαυρόν εν ουρανοίς αναφαίρετον, κλίνον το  ούς Σου εις την δέησιν ημών και ελθέ εις το σώσαι ημάς. Συ μόνος οίδας τα κρύφια των καρδιών πάντων, μη αποκρύψης αφ’ ημών το θέλημα Σου και τας οδούς της σωτηρίας Σου.
Άβυσσος ανεξιχνίαστος τα κρίματα Σου, βουλή δε Σου απρόσιτος. Ο πάντας θέλων σωθήναι και εις επίγνωσιν της Σης αληθείας ελθείν, μη παρίδης την δέησιν ημών και πάσαν από των καρδιών ημών δίωξον απορίαν.
Ότι μόνος Συ εί Θεός ημών, εκτός Σου άλλον ουκ οίδαμεν, το Όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ονομάζομεν, και την δόξαν Σου άδομεν μετά πάντων των Αγίων εις αιώνας αιώνων. Αμήν.


[//12] [//13]

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

[//14] [//15]

Α’ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΩΣ ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ


Η προσευχή είναι ατελεύτητος δημιουργία ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμης. Δια της προσευχής εισερχόμεθα εις κοινωνίαν μετά του Ανάρχου Όντος. Ή άλλως: Η ζωή του όντως Όντος Θεού εισχωρεί εν ημίν δια του αγωγού της προσευχής. Αύτη είναι πράξις υψίστης σοφίας, υπερέχουσα παντός κάλλους και πάσης αξίας. Εν τη προσευχή εγκρύπτεται η αγία αγαλλίασις του πνεύματος ημών. Αι οδοί όμως της δημιουργίας ταύτης είναι περίπλοκοι. Μυριάκις θα βιώσωμεν και την φλογεράν ανάτασιν προς τον Θεόν και τας επαναλαμβανομένας εκπτώσεις από του Φωτός Αυτού. Συχνάκις και πολυτρόπως θα αισθανθώμεν την ανικανότητα του νοός ημών να υψωθή προς Αυτόν· ενίοτε θα ιστάμεθα επί των ορίων, τρόπον τινά, της αφροσύνης και εν οδύνη καρδίας θα ομολογώμεν εις Αυτόν την οικτράν ημών κατάστασιν:
«Συ έδωκας την εντολήν Σου να αγαπώ, και αποδέχομαι αυτήν μεθ’ όλης της υπάρξεώς μου· αλλ’ ιδού, εν εμοί τω ιδίω δεν ευρίσκω την δύναμιν της αγάπης ταύτης … Συ εί η Αγάπη· ελθέ τοίνυν Συ Αυτός και σκήνωσον εν εμοί και ποίησον εν εμοί παν ό,τι Συ ενετείλω ημίν, ότι η εντολή Σου αμετρήτως υπερβαίνει εμέ
… Αποκάμνει ο νους μου, δεν δύναται να Σε εννοήση. Αδυνατεί  το πνεύμα μου να διεισδύση εις [//16] τα μυστήρια της ζωής Σου … Θέλω εν πάσι να ποιώ το θέλημα Σου, αλλ’ αι ημέραι μου παρέρχονται εν αδιεξόδοις αντιφάσεων … Τρέμω μη απολέσω Σε ένεκα των πονηρών εκείνων λογισμών, οίτινες εμφωλεύουν εν τη καρδία μου· και ο φόβος ούτος καθηλοί εμέ επί σταυρού … Ελθέ ούν και σώσον με τον καταποντιζόμενον, ως έσωσας τον Πέτρον, τον τολμήσαντα να πορευθή προς συνάντησιν Σου επί των υδάτων της θαλάσσης» (βλ. Ματθ. 14, 28‐31).
Κατά καιρούς φαίνεται εις ημά ότι η ενέργεια της προσευχής είναι καθ’ υπερβολήν βραδεία, δυσανάλογος προς την βραχύτητα της ζωής ημών· και κραυγή εξέρχεται εκ του στήθους: «Τάχυνον»! Ούτος ουχί πάντοτε αποκρίνεται πάραυτα εις την πρόσκλησιν ημών. Εγκαταλείπει την ψυχήν ημών ως τινα καρπόν επί του δένδρου, να καίηται υπό του ηλίου να δέχηται τα κτυπήματα των ψυχρών και ισχυρών ανέμων, να καταπονήται υπό της δίψης ή να υποφέρη τα ρεύματα των υετών. Εάν όμως ημείς κρατώμεν ισχυρώς δια των χειρών ημών το κράσπεδον του ιματίου Αυτού θα ίδωμεν το αγαθόν αποτέλεσμα.
Είναι απαραίτητον να παραμείνωμεν εν προσευχή κατά το δυνατόν επί εκτενέστερον χρόνον, ίνα η αήττητος Αυτού δύναμις διεισδύση εντός ημών και καταστήση ημάς ικανούς να αντισταθώμεν προς πάσας τας καταλυτικάς επιδράσεις. Και όταν αυξηθή η δύναμις αύτη εν ημίν, τότε η χαρά της ελπίδος δια την τελικήν νίκην ανατέλλει εν ημίν.
Η προσευχή αποκαθιστά οπωσδήποτε εν ημίν την θείαν εκείνην  πνοήν, την οποίαν ο Θεός «ενεφύσησεν εις το πρόσωπον του Αδάμ», και δυνάμει της


οποίας ούτος [//17] «εγένετο εις ψυχήν ζώσαν» (Γέν. 2,7). Το αναγεννημένον δια  της προσευχής πνεύμα ημών αρχίζει να εκπλήττηται προ του μεγάλου  μυστηρίου του Είναι. Ιδιαίτερος δε ενθουσιασμός ισχυρού ρεύματος κατακλύζει τον νουν ημών: το Είναι! Οποίον θαυμαστόν μυστήριον … Πώς είναι τούτο δυνατόν! … «Θαυμαστός ο Θεός και θαυμαστή η δημιουργία Αυτού». Λαμβάνομεν πείραν του νοήματος των λόγων του Χριστού: «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ιωάν. 10,10). Περισσόν! Και αληθώς, ούτως έχει.
Αλλά και πάλιν επαναλαμβάνομεν το αυτό: Η ζωή αύτη είναι παρόδοξος, καθώς παράδοξος είναι πάσα διδαχή Κυρίου: «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τί θέλω ει ήδη ανήφθη» (Λουκ. 12,49). Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς τους υιούς του Αδάμ να διέλθωμεν δια του ουρανίου τούτου πυρός του καταφλέγοντος τας ρίζας των θανατηφόρων παθών. Αλλέως δεν θα ίδωμεν το Πυρ τούτο μεταβαλλόμενον εις Φως νέας ζωής, διότι εν τη πτώσει ημών η καύσις προηγείται του φωτισμού και ουχί αντιθέτως. Συνεπώς ας ευλογήσωμεν τον Κύριον και δια την κατακαίουσαν ταύτην ενέργειαν της αγάπης Αυτού.
Ημείς ολίγα εισέτι γνωρίζομεν, και ταύτα μόνον εκ μέρους (βλ. Α’ Κορ. 13,9). Νυν όμως είναι και εις ημάς γνωστόν ότι δεν υπάρχει άλλη οδός, ίνα γίνωμεν «υιοί αναστάσεως» (Λουκ. 20,36), υιοί Θεού, ίνα συμβασιλεύσωμεν μετά του Μονογενούς. Όσον οδυνηρά και αν είναι η διαδικασία της αναπλάσεως  ημών, οποιαδήποτε και αν είναι τα μαρτύρια και η κατά καιρούς αγωνία, δια μέσου των οποίων καθοδηγεί ημάς ο Θεός, το παν εν τέλει αποβαίνει ευλογημένον. Εάν η επίτευξις επιστημονικής πολυμαθείας απαιτή μακροχρόνιον και έντονον αγώνα, η απόκτησις της προσευχής απαιτεί ασυγκρίτως εντονώτερον.
[//18] Όταν το Ευαγγέλιον και αι Επιστολαί των Αποστόλων αποβούν δι’ ημάς η καθ’ ημέραν πραγματικότης, τότε αρχόμεθα να βλέπωμεν εναργώς, οπόσον αφελείς υπήρξαν αι προηγούμεναι ημών αντιλήψεις περί του Θεού και της εν Αυτώ ζωής. Μυστηριώδης είναι η Σοφία της δοθείσης εις ημάς Αποκαλύψεως:  Υπερβαίνει  αύτη  καθ’  υπερβολήν  την  ανθρωπίνην φαντασίαν:
«… οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν» (Α’ Κορ. 2,9). Η ελαχιστοτέρα εισέτι μεθ’ ημών επαφή του Θείου Πνεύματος αποτελεί δοξαν ασύγκριτον εν σχέσει προς το περιεχόμενον της άνευ Θεού ζωής ημών.
Η αυθεντική προσευχή ενούσα ημάς μετά του Υψίστου δεν είναι άλλο τι ει μη φως και δύναμις εκ των ουρανών προς ημάς καταβαίνουσα. Κατά την ουσίαν αυτής η προσευχή υπερβαίνει την κατάστασιν ημών. Δεν υπάρχει  πηγή ενεργείας δι’ αυτήν εν τω κόσμω τούτω. Εάν καλώς τρέφωμαι, ίνα διατηρήσω ακμαίον το σώμα μου, τότε η σαρξ μου επανίσταται και αι απαιτήσεις αυτής αυξάνουν: Δεν διατίθεται αύτη εις προσευχήν. Εάν ταπεινώ την σάρκα δι’ υπερμέτρου νηστείας, τότε επί τινα χρόνον εν τη οδυνηρά εγκρατεία δημιουργείται ευνοϊκόν έδαφος δια την προσευχήν, κατόπιν όμως το σώμα αποκάμνει και αρνείται να ακολουθήση το πνεύμα. Εάν συναναστρέφωμαι μετά καλών ανθρώπων, συμβαίνει να αισθάνωμαι ηθικήν ικανοποίησιν, ενίοτε δε να λαμβάνω   νέαν   ψυχολογικήν      διανοητικήν   πείραν,   όμως   λίαν   σπανίως


παρόρμησιν προς βαθείαν προσευχήν. Εάν είμαι διανοητικώς πεπροικισμένος   δια σοβαράν επιστημονικήν εργασίαν ή καλλιτεχνικήν δημιουργίαν, η επιτυχία μου εις αυτάς θα αποτελέση αφορμήν προς κενοδοξίαν, και θα [//19] καταστή αδύνατον να εύρω την βαθείαν καρδίαν: τόπον της πνευματικής προσευχής. Εάν είμαι πλούσιος εις υλικά αγαθά και μεριμνώ να εκμεταλλεύωμαι την μετά του πλούτου συνδεομένην εξουσίαν ή την δυνατότητα υλοποιήσεως τινών εκ των ιδεών μου ή ικανοποιήσεως των αισθητικών ή συναισθηματικών επιθυμιών, η ψυχή μου δεν δύναται να αναχθή προς τον Θεόν, ως εγνωρίσαμεν Αυτόν δια του Χριστού. Εάν απέλθω εις την έρημον απαρνησάμενος τα υπάρχοντα μου, και εκεί η αντίστασις πασών των κοσμικών ενεργειών παραλύει την προσευχήν μου. Και ούτω καθ’ εξής άνευ τέλους.
Η αληθής προσευχή προς τον αληθινόν Θεόν είναι κοινωνία μετά του Πνεύματος του Θεού, το Οποίον προσεύχεται εν ημίν. Τούτο δίδει εις ημάς να γνωρίσωμεν τον Θεόν· οδηγεί το πνεύμα ημών εις κατάστασιν θεωρίας της αιωνιότητος. Η πράξις της προσευχής ως Άνωθεν καταβαίνουσα χάρις υπερέχει της γηΐνης φύσεως ημών, και εξ αιτίας τούτου το φθαρτόν σώμα, ανίκανον δια την ανάβασιν εις την σφαίραν του Πνεύματος, ανθίσταται εις αυτήν· η διάνοια ανίσχυρος να περιλάβη την απειρότητα, εναντιούται, σαλεύεται υπό των αμφιβολιών, απωθούσα παν ό,τι υπερβαίνει την αντίληψιν αυτής. Εις την προσευχήν αντιπαρατίθεται το κοινωνικόν περιβάλλον, εν τω οποίω διάγομεν και το οποίον ρυθμίζει την ζωήν αυτού συμφώνως προς άλλους σκοπούς εκ διαμέτρου αντιθέτους προς την προσευχήν. Την προσευχήν δεν υπομένουν τα ενάντια πνεύματα. Μόνον όμως η προσευχή ανακαλεί τον κτιστόν κόσμον εκ της πτώσεως αυτού, υπερνικώσα την εν αυτώ μονοτονίαν και αδράνειαν δια της μεγάλης εντάσεως του πνεύματος ημών εν τη τηρήσει των εντολών του Χριστού.
[//20] Κοπιώδης είναι ο αγών δια την προσευχήν. Εναλλάσσονται αι καταστάσεις του πνεύματος ημών: Ενίοτε η προσευχή ρέει εν ημίν ως ισχυρόν ποταμός, άλλοτε δε η καρδία αποβαίνει απεξηραμμένη. Ας είναι όμως πάσα ύφεσις της ευχητικής δυνάμεως κατά το δυνατόν βραχεία. Προσευχή σημαίνει πολλάκις να ομολογώμεν εις τον Θεόν την αθλίαν ημών κατάστασιν: αδυναμίαν, ακηδίαν, αμφιβολίας, φόβους, λύπην, απόγνωσιν, εν ενί λόγω, παν ό,τι συνδέεται μετά των συνθηκών της υπάρξεως ημών. Να ομολογώμεν μη επιζητούντες καλλιεπείς εκφράσεις, ουδέ εισέτι λογικόν ειρμόν … Συχνάκις ο τρόπος ούτος στροφής προς τον Θεόν αποβαίνει η αρχή της προσευχής‐διαλόγου.
Ενίοτε θα είμεθα επί των κυμάτων της Θείας Αγάπης, την οποίαν κατ’ αφελή τρόπον θα εκλάβωμεν μονομερώς ως ημετέραν προς Αυτόν αγάπην.  Ούτω συνέβαινεν εις εμέ: Δεν ετόλμων να διανοηθώ ότι ήτο δυνατόν ο απείρως μέγας Δημιουργός του παντός να επιβλέψη επ’ εμέ τον μηδαμινόν και αχρείον. Και έλεγον:
«Ω, εάν ήτο δυνατόν Συ να αγαπάς εμέ τοσούτον, όσον εγώ Σε αγαπώ … Βλέπεις άρα γε, πόσον η καρδία μου Σε διψά ημέρας  και νυκτός; Κλίνον προς με· επίφανον το πρόσωπον Σου επ’ εμέ· ποίησον με τοιούτον, ως Συ θέλεις να βλέπης τους κτισθέντας


υπό Σου· τοιούτον, ως Συ, Πανάγιε, δύνασαι να δέχησαι και να αγαπάς …»
Δεν εγνώριζον τί έλεγον (βλ. Λουκ. 9,33)· δεν ετόλμων να σκεφθώ  ότι Αυτός ο Ίδιος προσεύχεται εν εμοί.
Η θεωρία της αγιότητος και ταπεινώσεως του Θεού πλήττει την ψυχήν, και αύτη μετά μεγάλης ευλαβείας [//21] εσωτερικώς προσκυνεί Αυτόν εν αγάπη. Την τοιαύτην προσευχήν διαδέχεται ενίοτε η όρασις του ακτίστου Φωτός.
Ίνα αναγνωρίσωμεν τας εκ του Θεού προερχόμενας δωρεάς, Ούτος, μετά την επίσκεψιν, εγκαταλείπει ημάς προς καιρόν. Παράδοξον εντύπωσιν προξενεί η Θεοεγκατάληψις. Εν τη νεότητί μου υπήρξα ζωγράφος (φοβούμαι ότι και μέχρι του νυν ούτος δεν απέθανεν εντελώς εν εμοί). Το φυσικόν χάρισμα τούτο έμεινεν εντός μου. Ήτο δυνατόν να εξαντλούμαι να μη έχω δυνάμεις προς εργασίαν,  ούτε έμπνευσιν· εγνώριζον όμως ότι το δώρον τούτο είναι φύσις μου. Όταν όμως ο Θεός εγκαταλείπει ημάς, τότε λαμβάνομεν αίσθησιν κενού τινος εν αυτώ  τούτω τω είναι· και δεν γνωρίζει η ψυχή εάν ποτε θα επιστρέψη ο  Απελθών. Ούτος απεκρύβη, εγώ δ’ εγκατελείφθην κενός· και ζω το φοβερόν τούτο κενόν ως θάνατον. ΄Δια της ελεύσεως Αυτού εις εμέ εφανερώθη τι το θαυμαστόν, ηδύ εις την καρδίαν, υπερέχον και την πλέον τολμηράν φαντασίαν. Και ιδού ευρίσκομαι εκ νέου εις εκείνην την κατάστασιν, ήτις πρότερον εφαίνετο εις εμέ φυσική, ικανοποιητική, νυν δε προξενεί φρίκην: Εμφανίζεται καθ’ υπερβολήν ζωώδης‐ κτηνώδης … Εισήχθην εις τον οίκον του μεγάλου Βασιλέως· εγνώρισα ότι είμαι συγγενής Αυτού, αλλ’ ιδού πάλιν δεν είμαι πλέον ει μη ανέστιος επαίτης.
Δια της εναλλαγής των καταστάσεων θα γνωρίσωμεν την διαφοράν μεταξύ των φυσικών χαρισμάτων και εκείνων τα οποία κατέρχονται ως Άνωθεν ευλογία. Δια της προσευχής της μετανοίας ηξιώθην της πρώτης επισκέψεως, αλλά και δια προσευχής, πλέον όμως ενθέρμου, ελπίζω [//22] να επανέλθη Ούτος. Και όντως, Ούτος έρχεται. Συχνάκις, και μάλιστα συνήθως, μεταβάλλει Ούτος τον τρόπον της ελεύσεως Αυτού. Ούτως ακαταπαύστως εμπλουτίζομαι υπό των επισκέψεων τούτων επί του επιπέδου του Πνεύματος: Άλλοτε εν παθήμασιν, άλλοτε εν χαρά, εγώ όμως αυξάνω. Αυξάνει η ικανότης μου να παραμένω επί μακρότερον χρονικόν διάστημα εν τη πρότερον αγνώστω σφαίρα.
Κράττει στερρώς τον νουν εν τω Θεώ και θα έλθη στιγμή κατά την οποίαν ο αθάνατον Πνεύμα θα εγγίση την καρδίαν. Ώ, η επαφή αύτη του Αγίου των Αγίων! Είναι αδύνατον να συγκριθή μεθ’ οιουδήποτε άλλου: Αρπάζει το πνεύμα ημών εις τον χώρον του ακτίστου Είναι· τιτρώσκει την καρδίαν δι’ αγάπης, διαφόρου εκείνης, ήτις συνήθως εννοείται υπό την λέξιν ταύτην. Το Φως της αγάπης ταύτης εκχέεται προς πάσαν την κτίσιν, προς όλον τον κόσμον των ανθρώπων, εν τη μακροχρονίω αυτού εμφανίσει. Η αγάπη αύτη γίνεται αισθητή υπό της φυσικής καρδίας, αλλά κατά το είδος αυτής είναι πνευματική, άκτιστος, ως παρά του Θεού εκπηγάζουσα.
Το ζωοποιόν Πνεύμα του Θεού επισκέπτεται ημάς, όταν ημείς διαμένωμεν εν καταστάσει ταπεινού ανοίγματος προς Αυτόν. Δεν παραβιάζει την ελευθερίαν ημών· περιβάλλει ημάς τοσούτον ιλαρώς, ώστε δυνάμεθα και να μη παρατηρήσωμεν Αυτό παραχρήμα. Δεν πρέπει να αναμένωμεν ότι ο Θεός θα


εισβάλη εντός ημών δια της βίας, άνευ της ημετέρας συγκαταθέσεως. Ώ, ουχί: Σέβεται τον άνθρωπον, ταπεινούται ενώπιον αυτού: Η αγάπη Αυτού είναι ταπεινή· αγαπά ουχί αφ’ υψηλού, αλλ’ ως στοργική μήτηρ το εαυτής πάσχον βρέφος. Όταν ανοίγωμεν εις [//23] Αυτό την καρδίαν ημών, τότε επικρατεί το δυνατόν αίσθημα ότι Τούτο είναι «οικείον» και η ψυχή προσπίπτει μετά θαυμασμού ενώπιον Αυτού εν ταπεινή αγάπη.

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Ο ΑΡΧΑΡΙΟΣ Η θεολογική «επίθεση‐αυτοάμυνα» του π. Σωφρονίου. Η βαθμιαία επιστροφή. Η αδιάπτωτη πρόνοια του Θεού.





Αθήνα, 16 Οκτωβρίου 1945.

Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ, πάτερ Σωφρόνιε, Ευλογείτε!
Μόλις επέστρεψα από το Λονδίνο, όπου είχα πάει στις 7 Σεπτεμβρίου, βρήκα το εκτενές γράμμα σου1 … Ευτυχώς που δεν ήρθες εδώ, για να μου μιλήσεις. Όχι μόνο θα απουσίαζα, αν ερχόσουν τον Σεπτέμβριο, αλλά θα  έβλεπες πόσο απασχολημένος είμαι, όλη την ημέρα και κάποτε τη μισή νύχτα. Θα καταλάβαινες ότι σχεδόν ποτέ δεν μου είναι δυνατό να μιλήσω για πολύ με κανένα. Εκτός αυτού, πού θα παρέμενες, πώς θα τρεφόσουν και πώς θα επέστρεφες; Αν και τίποτα δεν τολμώ να υποσχεθώ με βεβαιότητα, θα προσπαθήσω να έρθω κοντά σου τον Νοέμβριο. Μην ανησυχείς.  Μην  αφήνεις τον Άθω, όπου αναπνέεις καθαρό πνευματικό αέρα.
Τα γράμματά σου ήταν ωφέλιμα, αν και δεν μπορώ να σου κρύψω ότι μου άφησαν την εντύπωση ότι ο ίδιος δεν είσαι εντελώς σίγουρος για τις πεποιθήσεις σου, αλλά γράφεις εν μέρει, για να πείσεις τον εαυτό σου. Η επίθεση βέβαια είναι η καλύτερη αυτοάμυνα. Είναι φανερό ότι σκανδαλίστηκες [//394] με εμένα. Δεν θα προσπαθήσω όμως καθόλου να σε πείσω. Απλώς έγραψα με μορφή εξηγήσεως και πνευματικής εξομολογήσεως. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για μένα.
Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω. Πολλά συμβαίνουν στην ψυχή μου, αν και δεν νομίζω ότι οι κοσμοθεωρίες μας θα συμπέσουν ποτέ απόλυτα, όσο ζούμε επάνω στη γη (γιατί βαδίζουμε προς τον ίδιο σκοπό, αλλά από διαφορετικούς δρόμους), ωστόσο όμως, όταν παρέλαβα το τελευταίο σου γράμμα, βρισκόμουν ήδη πλησιέστερα σε σένα, και ό,τι μου έγραψες ήταν εν μέρει περιττό. Ουδέποτε θα πάψω να σε βλέπω ως πολύτιμο κομμάτι της ίδιας της ψυχής μου. Συνήθιζα να καταφεύγω σε σένα ως σε πολύτιμο διδάσκαλο και σύμβουλο. Ο Κύριος με οδήγησε κοντά σου, όταν έπρεπε. Και εσύ μου έδωσες αφειδώς τόσα πολλά, τα οποία και παρέλαβες από Αυτόν. Παρόλη όμως την ειλικρινή αγάπη και ευγνωμοσύνη δεν μπορώ να σε ακολουθήσω σε όλα. Ήμουν για σένα σχεδόν αφόρητο φορτίο, κι εσύ τώρα ελευθερώθηκες από αυτό. Μη βασανίζεσαι μαζί μου. Πέταξε από επάνω σου αυτό το φορτίο και μην προσπαθείς να το κουβαλάς. Μαρτυρώ ενώπιον του Θεού ότι εφέτος μου δόθηκε από την πρόνοια του Θεού νέα, σωτήρια χειραγώγηση, ακόμη πιο απροσδόκητη και καθαρή, από εκείνη που είχα όταν συνάντησα τον πατέρα Σιλουανό στον αρσανά και μου προείπε ότι θα βρω και άλλον, που αποδείχθηκε ότι ήσουν εσύ. Πώς έγινε αυτό δεν μπορώ προς το παρόν να σου το γράψω, γιατί δεν έχω δικαίωμα. Μη χάνεις λοιπόν την πίστη στην πρόνοια του Θεού, ακόμη και σε σχέση με εμένα τον αμαρτωλό. Να είσαι

ΑΦΥΠΝΙΣΗ Η ζωή του. Η βαθμιαία επιστροφή στην πίστη.





Η απιστία στα δόγματα. Η στενότητα των ομολογιακών ορίων. Η ορμή για την αιωνιότητα.



Αγαπητέ εν Χριστώ πάτερ Σωφρόνιε, Ευλογείτε!

Βρετανική Πρεσβεία, Αθήνα, 21 Ιουλίου 1945.

Αισθάνομαι ένοχος απέναντί σου, γιατί δεν έγραψα για τόσον καιρό. Συγχώρεσέ με, αλλά μην νομίζεις ότι η σιγή μου σημαίνει έλλειψη αγάπης για σένα. Από το 1941 που έγινα γραφειοκράτης, αρχικά «στρατιωτικός» και έπειτα διπλωματικός υπάλληλος, από ανθρώπινη αδυναμία διέκοψα σχεδόν εντελώς την αλληλογραφία με όλους. Εκείνο που μου συμβαίνει είναι να κάθομαι τουλάχιστον επτά ώρες την ημέρα στο γραφείο (κάποτε μέχρι εννέα ή ακόμη και δώδεκα ώρες), και όταν επιστρέφω στο σπίτι μου, δεν έχω διάθεση να γράψω. Προτιμώ να διαβάζω, να διαλογίζομαι, να ασχολούμαι με τη μουσική, να συζητώ, να προσεύχομαι – να ασχολούμαι με οτιδήποτε άλλο εκτός από το να κάθομαι πάλι στο γραφείο.
Όταν σας έγραψα την τελευταία φορά, ήλπιζα να έρθω στον Άθω. Ο πρέσβυς μας, κοντά στον οποίο υπηρετώ ως διερμηνέας‐βοηθός, σκεπτόταν να επισκεφθεί το Άγιον Όρος το Πάσχα. Δεν τα κατάφερε όμως να απομακρυνθεί από την πρωτεύουσα. Διατηρώ ακόμη την ελπίδα, αλλά δεν γνωρίζω, αν η επίσκεψη θα πραγματοποιηθεί αυτόν τον χρόνο. Μάζεψα για σένα μερικά πράγματα, από [//390] εκείνα που μου υπέδειξες, αλλά δεν βρήκα ταξιδιώτη, στον οποίο να μπορώ να τα εμπιστευθώ, και δεν γνωρίζω αν τα ταχυδρομικά δέματα φθάνουν εκεί. Γράψε μου, αν μπορώ να τα εμπιστευθώ στο ταχυδρομείο.
Αυτές τις ημέρες με επισκέφθηκε ο Στέφανος, Έλληνας μοναχός από το Ρωσικό. Εγκατέλειψε τον Άθω, τον πνευματικό και τον Ηγούμενό του εκεί, γιατί επιθυμεί να σπουδάσει. Μου άφησε πολύ καλή, θα τολμούσα να πω και κατανυκτική εντύπωση, χάρη στην πραότητα και την ταπείνωσή του. Ήθελε να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα, πράγμα που τώρα είναι δύσκολο. Μετά από κάποιο δισταγμό ο Μητροπολίτης των στρατιωτικών δυνάμεων Παντελεήμων, πρώην Καρυστίας, που τον είχε κοντά του πριν τη μετάβασή του στο Άγιον Όρος, τον πήρε πάλι υπό την προστασία του. Είναι δύσκολο σε τέτοιες περιπτώσεις, τί συμβουλή να δώσεις στον άνθρωπο. Να φύγει άραγε από το καθαρώς μοναχικό περιβάλλον; Πιστεύω ότι οδηγείται από τις πιο καθαρές διαθέσεις, αλλά φοβάμαι ότι θα απογοητευθεί. Γράψε μου, αν τον γνωρίζεις και αν έχεις κάποια γνώμη σχετικά.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΕΪΑΣ






Τα χρόνια έξω από την Εκκλησία. Ο θάνατος του αδελφού σε ιαπωνική αιχμαλωσία. Η μνήμη του θανάτου.
Αθήνα, 8 Απριλίου 1945.
Αγαπητέ εν Χριστώ
πάτερ Σωφρόνιε, Ευλογείτε!
Δεν γνωρίζω, αν πήρατε το σύντομο γράμμα μου, που σας έστειλα από  εδώ τον Οκτώβριο του περασμένου χρόνου μετά την επιστροφή μου από την Αίγυπτο στην Ελλάδα. Το έδωσα σε κάποιο πρόσωπο που πήγαινε στη Θεσσαλονίκη και εκείνος το παρέδωσε σε κάποιον Αθωνίτη μοναχό. Αν δεν έχει φθάσει, δεν λυπάμαι, γιατί, αν και ήθελα να σε πληροφορήσω ότι ζω ακόμη, περιέγραψα την κατάσταση της ψυχής μου με τόσο μελανά χρώματα, που θα μπορούσα μόνο να σε πικράνω. Είχα δίκαιο σε αυτό, αλλά θα ήθελα να κρατήσω κάθε δυνατή πνευματική σχέση μαζί σου, παρά τη δυσκολία των περιστάσεων. Τις τελευταίες εβδομάδες ζω κάποια εσωτερική βελτίωση.
Σας αποστέλλω το γράμμα αυτό με τον νέο Διοικητή του Αγίου Όρους, τον κ. Παπαδημητρίου, που έρχεται εκεί για λίγες ημέρες. Δεν αποκλείεται να έρθω και ο ίδιος στον Άθω  αυτόν το χρόνο, πράγμα για το οποίο θα σε ειδοποιήσω  πάλι με το ίδιο πρόσωπο. Για τη μετακίνησή σου από τα Καρούλια στο Κελλί της Αγίας Τριάδος, κοντά στη Μονή του Αγίου Παύλου, έμαθα από τον πατέρα Κασσιανό Μπεζομπράζωφ, που μου έγραψε από τη Θεσσαλονίκη, [//388] και από τον Χαράλαμπο Α. Λασκαρίδη, τον οποίο επισκέφθηκα πρόσφατα. Ο τελευταίος μαζί με τη γυναίκα του είναι ζωντανοί και υγιείς.
Σε παρακαλώ ωστόσο να μη μιλάς για μένα στον Άθω. Αν έρθω το καλοκαίρι, θέλω να το κάνω όσο το δυνατό πιο αθόρυβα. Όταν αναχώρησα για την Αίγυπτο τον Απρίλιο του 1941, μπήκα στον Βρετανικό Στρατό, υπηρέτησα ως αξιωματικός του γενικού επιτελείου στο Κάιρο, και το 1943 με έστειλαν στην Αγγλική Πρεσβεία για την Ελληνική Κυβέρνηση. Τώρα είμαι λαϊκός, ξυρισμένος Άγγλος, χωρίς να έχω κάτι (κατά την εξωτερική μου εμφάνιση) που να με  συνδέει με την Εκκλησία. Δεν θέλω να αποτελέσω αντικείμενο φημών και κατηγοριών. Αν θέλεις να μου γράψεις, η διεύθυνσή μου είναι: «Major David Balfour, British Embassy, c/o British Consulate, Saloniki, Αγγλικόν Προξενείον». Το Προξενείο θα το στείλει αεροπορικώς.
Πέρασα τρία χρόνια σε τέλεια αθεΐα. Πρόσφατα έλαβα τηλεγράφημα ότι πέθανε ο αδελφός μου (από προϊούσα εξάντληση ως αιχμάλωτος των Ιαπώνων στο Hong Kong).
Άρχισα να προσεύχομαι γι’ αυτόν, να σκέφτομαι για τη μέλλουσα ζωή, πίστεψα πάλι σε αυτήν. Γενικά ξεκίνησα σιγά‐σιγά στον ελεύθερο χρόνο μου. Η μνήμη του θανάτου, που δεν με εγκατέλειψε ποτέ κατά τον καιρό του πολέμου και γινόταν αφορμή για απόγνωση και αναίδεια, μεταβάλλεται μάλλον σε γλυκύτητα. Να προσεύχεσαι κι εσύ για μένα, αν δεν κουράστηκες ακόμη από την προσπάθεια να βοηθήσεις την άθλια ψυχή μου. Ζήτησε και τις προσευχές του

ΘΑΡΣΕΙΤΕ! Η «Μυστική Νύχτα» του Ιωάννου του Σταυρού.






Η νομιμότητα της πνευματικής του πείρας για κάθε ευχέτη.
Ο π. Γεράσιμος. «Θαρσείτε»! Η πνευματική απομόνωση.
Η Θεοεγκατάλειψη. Τα παθήματα.



Βαθυσέβαστε και αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ, πάτερ, Σωφρόνιε, Ευλογείτε!

Ιερά Μονή Πεντέλης, Αθήνα, 3 Σεπτεμβρίου 1936 1

Δεν σας έγραψα από τον Μάϊο. Πολύ μεγάλο διάστημα. Συγχωρέστε με. Το γράμμα σας της 18/31 Μαΐου το έλαβα και χάρηκα πολύ που διαβάσατε τον Ιωάννη του Σταυρού και βρήκατε στο βιβλίο του πνευματική ωφέλεια και αναφέρετε ότι, «ενώ κατά τη μέθοδο και την ορολογία διαφέρει σημαντικά από τους ανατολικούς Πατέρες, στις βασικές ηθικοδογματικές του θέσεις συμφωνεί με αυτούς και βρίσκεται στο ύψος των μεγαλυτέρων ασκητικών έργων της Ανατολής». Αν και πάρα πολλά στο βιβλίο αυτό δεν αγγίζουν άμεσα την πλειονότητα ακόμη και των πιο ευλαβών ανθρώπων, ωστόσο θεωρούσα πάντοτε ότι η ανάγνωσή του είναι ωφέλιμη για κάθε λογικό άνθρωπο που ασχολείται σοβαρά με τη σωτηρία του· δίνει δηλαδή μερικές ιδέες για το ποια ακριβώς είναι η οδός της αληθινής [//373] ασκήσεως της προσευχής: Απαλλάσει τους ανθρώπους από την ψευδαίσθηση για την πνευματική τους αξία και για την ευκολία των πνευματικών κατακτήσεων εξηγώντας το πιο δύσκολο για την ανθρώπινη διάνοια (στο οποίο προσκόπτει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων). Με άλλα λόγια εξηγεί ότι, όταν ο άνθρωπος που ειλικρινά διψά για τον Θεό χάσει τη δυνατότητα να διανοείται, να αισθάνεται, να αντιλαμβάνεται και να ενεργεί ψυχολογικά, και πέφτει σε κάποια «νύχτα» ξηρασίας, παραλυσίας, αναισθησίας και ακηδίας, τότε δεν οπισθοχωρεί, αλλά βαδίζει προς τα εμπρός· αν υπομείνει αυτήν τη «νύχτα», χωρίς να προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τις ανθρώπινες ικανότητές του, αλλά μόνο να προσκολληθεί εξ ολοκλήρου στον Θεό από το βάθος της ψυχής του, με σκοπό να κάνει το θέλημα του Θεού, τότε αυτή η «νύχτα» θα καθαρίσει την ψυχή του και θα την καταστήσει πιο ικανή για την πρόσληψη άλλου, όχι ανθρώπινου τρόπου Θεογνωσίας. Η οδός αυτή είναι βασανιστική αλλά ασφαλής. Δεν γνωρίζω βιβλίο που θα μπορούσε να δώσει στους σύγχρονους ανθρώπους να εννοήσουν αμέσως όλα αυτά με συνοπτικότερο τρόπο και τέτοια σαφήνεια. Διατηρούσα ωστόσο κάποτε κάποιες επιφυλάξεις, κατά πόσο είναι απολύτως ορθόδοξο στις λεπτομέρειές του. Χαίρομαι πολύ με το απόσπασμά σας. Γράφετε ότι, «ίσως να μιλήσουμε κάποτε γι’ αυτό εκτενέστερα· κουράστηκα να γράφω». Αν επιθυμείτε, τότε παρακαλώ να μου υποδείξετε ιδιαίτερα σημεία ή υπαινιγμούς, όπου ο Ιωάννης του Σταυρού δεν

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ





Η Θεοεγκατάλειψη.
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ιωάννου του Σταυρού.
Απρίλιος‐Μάϊος 1936  1


Αγαπητέ πάτερ Σωφρόνιε, γράφω έτσι, ώστε μία‐δύο σελίδες να μπορούν να επιδειχθούν σε άλλους (όχι όμως σε εκείνους που θα ταραχθούν με την διαβίωσή μου ανάμεσα στους νεοημερολογίτες) και τα υπόλοιπα για σένα.
Θλίβομαι πολύ για τη «Θεοεγκατάλειψη» σας· πολύ περισσότερο, γιατί αισθάνομαι ότι ως ένα βαθμό εγώ στάθηκα η αιτία να χάσετε κάτι εσείς μετά την πρώτη συνάντηση μαζί μου. Από την άποψη αυτήν έχετε πράγματι υποστεί απώλεια, γιατί από μένα δεν βγήκε ούτε και θα βγει τίποτε.
Είστε όμως βέβαιος ότι ο «γνόφος» που «περιβάλλει» την ψυχή σας δεν αποτελεί σημείο αναβάσεως προς τον Θεό, μυστικής και οδυνηρής ενέργειας του Θείου φωτός στην ψυχή; Μπορώ να μιλώ για τέτοια πράγματα μόνο από τα βιβλία και με μεγάλη επιφύλαξη. Μου ζητήσατε να μεταφράσω το βιβλίο του Ιωάννου του Σταυρού, και γι’ αυτό τολμώ να σας αποστείλω τα συνημμένα μεταφρασμένα αποσπάσματα.
Όταν σας θυμάμαι, πάντοτε προσεύχομαι για σας. [//367] Και στη Θεία Λειτουργία σας μνημονεύω αδιάλειπτα. Θα ήθελα να σας βοηθήσω πνευματικά. Εσείς τόσο πολύ με βοηθήσατε και κατά την πρώτη και κατά τη δεύτερη  επίσκεψή μου και με τα γράμματά σας. Αλλά τί μπορώ να σας προσφέρω εγώ ο αμαρτωλός και αδύναμος και ανάξιος και ασύνετος και άθλιος και  άπειρος; Μόνο να μη χαθώ ο ίδιος … Η ανάμνησή σας παραμένει σε μένα δυνατή και καθαρή μετά από αυτόν τον χειμώνα· μου έρχεται συχνά. Λυπάμαι όμως, που τόσο υποφέρετε. Νομίζω ωστόσο ότι ο Κύριος το οικονομεί αυτό, σας ανυψώνει  με αυτόν τον τρόπο, αν και εσείς δεν μπορείτε να το αισθανθείτε τώρα. Έχω πίστη στη δύναμη της ψυχής σας και στο έλεος Εκείνου.
Εύχεσθε για μένα τον αμαρτωλό.

Ο ΙΔΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ


Ταραχή εξαιτίας των υποδείξεων του Γέροντα.
Άδεια χωρίς ειρήνη. Πίστη κατ’ ανάγκη.
Τακτοποίηση στην Αθήνα.
Ιερά Μονή Πεντέλης, Αθήνα, 11 Μαΐου 1936


Χριστός Ανέστη!
Βαθυσέβαστε και αγαπητέ εν Κυρίω, πάτερ Σωφρόνιε,
Ευλογείτε!
Η αδελφότητα «Ζωή» είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη, καθώς ένα μέσο μέλος της υπερέχει του μέσου Αθωνίτη μοναχού από παρά πολλές απόψεις. Οι καλύτεροι όμως Αθωνίτες, η αφρόκρεμα του Αγίου Όρους, υπερέχουν και της
«Ζωής» και όλων όσους γνωρίζω σε όλον τον κόσμο, γιατί τίποτε δεν αγιάζει τον άνθρωπο τόσο, όσο η αληθινή και η αδιάλειπτη προσευχή. Εσείς μεγαλοποιείτε υπερβολικά τις ανεπάρκειες των Αθωνιτών, όταν αναφέρετε «είμαστε πράγματι βάρβαροι». Ωστόσο υποψιάζομαι ότι τα λόγια σας δεν είναι απολύτως ειλικρινή: Διακρίνω σε αυτά μια έμμεση μομφή· θέλετε να πείτε ότι προσελκύσθηκα υπερβολικά … Ή ίσως ο αθωνικός μοναχισμός πραγματικά να σας φαίνεται βάρβαρος. Πολλά υποφέρατε από την αμάθειά τους.
Χαίρομαι πολύ που ο πατήρ Σιλουανός είπε: «Ας ζήσει εκεί, όσο θέλει η ψυχή του. Τα ίδια τα πράγματα θα τα δείξουν όλα». «Ας ζήσει όπου θέλει, αρκεί να φυλαχθεί, να [//361] ζήσει μοναχικά». «Ας ζήσει στην Αθήνα για τη δόξα του Θεού». Δεν γνωρίζω όμως γιατί θεωρείτε αναγκαίο να μου εξηγήσετε ότι με αυτά θέλει να βοηθήσει, ώστε επιλέγοντας εγώ επιτρεπτή, αλλά αμφίβολη και όχι την καλύτερη οδό, να έχω ειρήνη στην ψυχή μου. Αν εσείς μου μεταφέρατε μόνο την απάντηση, η ψυχή μου θα ήταν ειρηνική. Αλλά ακριβώς η εξήγησή σας μου  στερεί την ψυχική ειρήνη· τώρα στο βάθος της ψυχής θα υπάρχει πάντοτε ως πληγή ο λογισμός, η αμφιβολία. Με την έννοια ακριβώς αυτή σας παρακάλεσα να μη με μαλώσετε. Δέχθηκα την υπόδειξη ότι στην πορεία ενδέχεται να καθυστερήσω για χρόνια, ως θετική υπόδειξη από τον Θεό. Θεώρησα όμως δυνατό και αναγκαίο να το εφαρμόσω όχι μόνο για τα Ιεροσόλυμα, αλλά και για την Ελλάδα, για την οποία δεν έγινε ούτε λόγος τις τελευταίες ημέρες πριν την αναχώρησή μου, εφόσον έσπευδα για το Πάσχα στα Ιεροσόλυμα και τίποτε το ιδιαίτερο δεν περίμενα εδώ. Μένει μόνο να μου εξηγήσετε, πώς ο  Θεό υποδεικνύει μία το ένα, μία το άλλο. Αυτό με εξέπληξε και με σύγχυσε λίγο. Εν πάση όμως περιπτώσει οδηγήθηκα στη σκέψη ότι τέτοιες απαντάσεις δια μέσου της προσευχής δεν έχουν απόλυτη, αναλλοίωτη, «μαντική» σημασία. Σκέφτομαι για παράδειγμα ότι μπορούν να εξαρτώνται από την πρόθεση, τη βαθειά (ίσως ασυνείδητη) διάθεση αυτού που ερωτά για παράδειγμα, «Να σπουδάσω Θεολογία;» (εννοώντας με κρυφή διάθεση κενοδοξίας ότι θέλει να γίνει διδάκτορας της Θεολογίας). Δίνεται απάντηση: «Όχι». Σε μία όμως ημέρα ή σε ένα χρόνο η απάντηση μπορεί να είναι «ναι», γιατί η διάθεση καθαρίστηκε. Τώρα